ΔΙΑΠΛΟΚΗ,ΔΙΑΦΘΟΡΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΧΡΗΜΑ

του Κωνσταντίνου Τσουκαλά

{mosimage}Οταν, πριν από 20 χρόνια περίπου, ανέλυα τους λόγους για τους οποίους το «πολιτικό χρήμα» αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της καθημερινής πολιτικής μας ζωής («Το Βήμα», 6 Νοεμβρίου 1988) δεν μπορούσα να φαντασθώ ούτε ότι τα φαινόμενα που τότε περιέγραφα θα οξύνονταν με τόσο καταιγιστικούς ρυθμούς, ούτε ότι ο όρος θα αναδεικνυόταν σε αναγκαία συνιστώσα του τρέχοντος πολιτικού λεξιλογίου.Σήμερα, το φαινόμενο της δύσοσμης αλληλεξάρτησης της πολιτικής με την οικονομική εξουσία είναι κυρίαρχο. Φαίνεται πλέον καθαρά ότι η «διαπλοκή» ούτε είναι παρεμπίπτουσα διάσταση του πολιτικού συστήματος, ούτε εμφανίζεται με την «απλή» μορφή της έλλειψης ηθικών αντιστάσεων ορισμένων επίορκων λειτουργών. Τα αίτιά της, βαθύτερα, «δομικά» και σωρευόμενα, συνδέονται με τις θεαματικές μεταβολές στον τρόπο δράσης των ανταγωνισμών για την άσκηση της δημοκρατικής πολιτικής εξουσίας. Από την άποψη αυτή βρισκόμαστε μπροστά σε μιαν ιστορική καμπή. Ειρωνικά, η οικουμενική ευρεία δημοκρατική συναίνεση που εκφράστηκε ως «τέλος της ιδεολογίας», «τέλος της ιστορίας» ή ακόμη και «τέλος της πολιτικής» φαίνεται να έχει αλλάξει ριζικά τους κανόνες του πολιτικού παιγνίου.

Δεν είναι τυχαίο ότι σε όλες σχεδόν τις χώρες ο λόγος των κομμάτων εξουσίας χαρακτηρίζεται από αύξουσα και θεαματική σύγκλιση. Η διαφοροποίηση των πολιτικών λόγων και προγραμμάτων είναι περισσότερο ρητορική παρά πραγματική. Βοηθούσης και της κοινωνίας του θεάματος, ο δημοκρατικός ανταγωνισμός ανάμεσα στους μνηστήρες της εξουσίας τείνει να «θεατροποιείται». Οταν ολόκληρο σχεδόν το φιλοθέαμον κοινό άγεται στο να συναποδεχθεί την άνευ όρων συμμόρφωση στα κελεύσματα της οικουμενικής παραγωγιστικής ανταγωνιστικότητας, η αντιδιαστολή των πολιτικών μηνυμάτων δεν μπορεί να προκύπτει από τα ασαφή και μη δεσμευτικά ιδεολογικά τους περιεχόμενα. Ολο και περισσότερο, η έκβαση του πολιτικού παιγνίου συναρτάται από την επικοινωνιακή πειστικότητα των υφολογικών κελύφων.

Ετσι όμως οι όροι διεξαγωγής του πολιτικού παιγνίου μεταβάλλονται άρδην. Στους κόλπους της θριαμβολογούσας φιλελεύθερης δημοκρατίας, η πολιτική κονίστρα εμφανίζεται πια με τη μορφή μιας πάνδημης σκηνής όπου οι επίδοξοι ταγοί καλούνται να διαφημίσουν με κάθε τρόπο την ποιότητα και συνέπεια των αδιάφορων και εν πολλοίς άχρηστων προϊόντων που προάγουν. Το κύριο χαρακτηριστικό της μετανεωτερικής επικοινωνιακής δημοκρατίας συνοψίζεται λοιπόν στην εγγενή ασάφεια των προταγμάτων. Γεγονός που συνεπιφέρει μεταβολές στις «τεχνικές» και οικονομικές προϋποθέσεις για τη συγκρότηση και προώθηση των αντιπαρατιθέμενων πολιτικών και ιδεολογικών ταυτοτήτων. Η επιτυχία των αποϊδεολογικοποιημένων προπαγανδιστικών εκστρατειών – κομμάτων και ατόμων -, που στηρίζεται στις «δημόσιες σχέσεις», στη «δημόσια εικόνα» και στην αέναη «δημόσια προβολή», απαιτεί τη δαπάνη τεράστιων ποσών: το λειτουργικό κόστος του τυπικού πολιτικού ανταγωνισμού έχει πλέον εκτιναχθεί σε δυσθεώρητα ύψη.

* Υπεκφυγή η διαφάνεια 

Παράλληλα, οι παραδοσιακές πηγές «πολιτικών πόρων» φαίνεται να στερεύουν. Η αποδυνάμωση των πολιτικών ιδεολογιών οδηγεί στη διεύρυνση της αποπολιτικοποίησης. Οσονούπω, η πλειοψηφία των στρατευμένων πολιτών μεταμορφώνεται σε αποστασιοποιημένη, απογοητευμένη και αδιάφορη μάζα που δεν μετέχει στο πολιτικό παίγνιο αλλιώς παρά με την ευκαιριακή συμμετοχή της στην ψηφοφορία. Ετσι, εμφανίζοντας δομικά «ταμειακά κενά», το πολιτικό υποσύστημα είναι πλέον υποχρεωμένο να αντιμετωπίζει μιαν έρπουσα κρίση αναπαραγωγής των υλικών προϋποθέσεων των οργανωμένων μορφών της αναγκαίας δράσης του. Οι συνέπειες είναι πολλαπλές, και αδήριτες: μαζί με την οικονομική ετερονομία της πολιτικής απειλούνται όχι μόνον η βουλησιακή του αυτονομία αλλά και η ηθική του φερεγγυότητα. Σε αυτό ακριβώς συνίσταται η πολιτική κρίση της εποχής μας.

Ωστόσο, από τη στιγμή που η κάλυψη των «ελλειμμάτων» αποτελεί προϋπόθεση της «ανταγωνιστικής» πολιτικής δράσης, οι λύσεις δεν είναι πολλές. Προτείνεται λοιπόν ευρύτατα το αυξανόμενο κόστος της πολιτικής να αναλαμβάνεται εξ ολοκλήρου από το Κράτος μέσα από τη θεσμοποίηση της χρηματοδότησης των πολιτικών κομμάτων. (Δίχως όμως να διευκρινίζονται οι όροι χρηματοδότησης των προσώπων). Με αυτόν τον τρόπο, ελπίζεται, η διαπλοκή θα περιορισθεί ή θα απαλειφθεί. Η πλήρης απαγόρευση ή ο εξονυχιστικός και αυστηρότατος έλεγχος των ιδιωτικών εισφορών προς το πολιτικό υποσύστημα θεωρείται δικλίδα ασφαλείας του δημόσιου ήθους.

Ακόμη όμως και έτσι, δεν πλησιάζουμε στη λύση του προβλήματος. Τα μαύρα ταμεία της Siemens έδειξαν ότι τίποτε δεν μπορεί να εμποδίσει την ιδιωτική χρηματοδότηση του πολιτικού υποσυστήματος (κομμάτων και προσώπων) να εξαφανίζεται στις σκοτεινές αβύσσους των υπεράκτιων καταφυγίων. Πολλώ μάλλον που οι πραγματικοί όροι υπό τους οποίους πραγματοποιούνται οι τυχόν αθέμιτες «αντιπαροχές» παραμένουν μη εξιχνιάσιμοι. Η «αλήθεια» γύρω από την ανάθεση των δημοσίων έργων, τις κρατικές παραγγελίες και τις κάθε λογής συμπράξεις του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα είναι δύσκολο να «λάμψει», για τον απλούστατο λόγο ότι είναι ακόμη δυσκολότερο να αποκαλυφθεί. Η «διαφάνεια» την οποία όλοι ευαγγελίζονται δεν είναι παρά ρητορική υπεκφυγή. Στο πλαίσιο του δυτικού νομικού πολιτισμού όπου όλοι είναι αθώοι μέχρι της πλήρους απόδειξης της ενοχής τους, η αθέμιτη διαπλοκή δεν μπορεί εξάλλου παρά να εικάζεται, και αυτό μόνον in extremis. Στην πραγματικότητα λοιπόν, ούτε είναι δυνατόν «να χυθεί άπλετο φως» ούτε πιθανολογείται ότι το «μαχαίρι θα φθάσει ποτέ στο κόκαλο».

* Η omerta της σιωπής 

Πράγματι, πίσω από τις τυποποιημένες τεκμηριώσεις των αιτιολογήσεων των δημόσιων αποφάσεων ελλοχεύουν κάθε λογής αφανείς και μη εντοπίσιμες διακριτικές ευχέρειες, στο πλαίσιο των οποίων θάλλει η αδιαφάνεια και ανθεί η διαπλοκή. Είναι π.χ. γνωστό ότι η τελική και νόμιμη έκβαση όλων των μειοδοτικών διαγωνισμών μπορεί να προδιαγράφεται αφανώς στους όρους της προκήρυξής τους. Η «αλήθεια» της «βαθιάς» αλληλόδρασης της οικονομικής και της πολιτικής εξουσίας παραμένει λοιπόν απροσπέλαστη. Οι τρέχουσες μορφές διακυβέρνησης συνοδεύονται από την επεξεργασία όλο και πιο εκλεπτυσμένων μορφών απόκρυψης σχέσεων οι οποίες στο μέτρο που δεν τεκμηριώνονται, δεν υπάρχουν. Υπό τους όρους αυτούς, η ρητορική παραίνεση «πηγαίνετε στον εισαγγελέα» ηχεί ως αποθέωση της υποκρισίας. Η πεμπτουσία του έντιμου επαγγέλματος των «προθαλαμιστών» (lobbyists) συνίσταται ακριβώς στην επινόηση τεχνικών συσκότισης της άρθρωσης της ανοικτής προαγωγής των επιδιώξεων των πελατών τους με τις ιδιοτελείς βλέψεις των πολιτικών. Εξάλλου, αυτονόητη προϋπόθεση της «επιτυχούς διαπλοκής» είναι το να παραμένει εσαεί καλυμμένη από την omerta της σιωπής. Ισχύει ταυτοχρόνως η αρχή ότι «γνωρίζουν» μόνον όσοι «χρειάζεται» να γνωρίζουν και η αρχή ότι και αν ακόμη ορισμένοι θα «όφειλαν» να γνωρίζουν, δεν πρέπει κανείς να υποψιάζεται ότι είναι δυνατόν να γνωρίζουν. Και γι’ αυτό ακριβώς δεν «θέλουν» να γνωρίζουν.

Στο βάθος, βέβαια, υπάρχει η ηθική και η αισθητική πλευρά. Προφανώς, όλοι οι διαπλεκόμενοι δεν είναι ούτε «ίδιοι» ούτε κατά κυριολεξίαν διεφθαρμένοι. Ωστόσο, και αν ακόμη η (αντικειμενικά αναπόφευκτη) διαπλοκή δεν εξελίσσεται πάντοτε και κατ’ ανάγκην σε πολιτική διαφθορά, είναι σαφές ότι την υποθάλπει και τη διευκολύνει. Πολλώ μάλλον που, όπως ακριβώς συμβαίνει με το «κακό νόμισμα που διώχνει το καλό», έτσι και η διάχυτη ανεντιμότητα διώχνει την εντιμότητα. Οι συρρικνούμενες ατομικές αντιστάσεις των εναρέτων αφορούν πλέον κυρίως τον ραγισμένο καθρέφτη τους. Δεν είναι τυχαίο ότι σε όλα τα γεωγραφικά μήκη και πλάτη, ολοένα μεγαλύτερα ποσοστά του εισρέοντος πολιτικού χρήματος φαίνεται να ενθυλακώνονται ευθέως, και με τις ευλογίες φυσικά των χρηματοδοτών, είτε από τους μεσάζοντες είτε από τους ίδιους τους ηγέτες. Θυμίζω τα σκάνδαλα της Enron και τις Halliburton όπου εμπλέκονταν ο πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, την ευθεία δωροδοκία του βασιλικού συζύγου της Ολλανδίας από τη Lockheed, τα εκατομμύρια που χάθηκαν στο ταμείο του Χέλμουτ Κολ, τη δικαστική δίωξη του Σιράκ, την αυτοκτονία του Μπερεγκoβουά, ή ακόμη και το γεγονός ότι οκτώ μεταπολεμικοί υπουργοί της Ιαπωνίας εξέπεσαν του αξιώματός τους για απιστία, για να μη μιλήσουμε για την ιταλική tangentopoli και τα επιβραβευόμενα κατορθώματα του «καϊμάνου» Σίλβιο Μπερλουσκόνι.

Ο κ. Κωνσταντίνος Τσουκαλάς είναι καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Related Post

Κατηγορίες: 'Αρθρα. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.

Αφήστε μια απάντηση