ΚΟΥΡΔΙΚΟ ΚΑΙ ΝΕΟΣ ΤΟΥΡΚΙΚΟΣ ΕΠΕΚΤΑΤΙΣΜΟΣ!!

Του Περικλή Νεάρχου

Πρέσβυς ε.τ.

Η εφημερίδα Μιλλιέτ δημοσίευσε στον ιστότοπό της, την περασμένη εβδομάδα, ένα χάρτη της «Μεγάλης Τουρκίας», που ονειρεύεται και προβάλλει το σημερινό καθεστώς στο πλαίσιο της νεο-Οθωμανικής και μεγαλοϊδεατικής πολιτικής του. Ο χάρτης, ενώπιον των σφοδρών διαμαρτυριών που προκάλεσε, παρέμεινε αναρτημένος μόνο για λίγα λεπτά. Ήταν όμως αρκετά για να στείλουν τα μηνύματα της πολιτικής και των επιδιωκομένων στόχων από τη σημερινή Τουρκία του Ερντογάν.

Οι επεκτατικές φιλοδοξίες εντοπίζονται προς δύο κατευθύνσεις. Ανατολικά και νότια προς το Βόρειο Κουρδικό Ιράκ και τη Βόρεια, Κουρδική κυρίως, Συρία. Δυτικά και νότια προς την Κύπρο, το Αιγαίο, την Ελληνική Θράκη, τη Νότια Βουλγαρία και την Ανατολική Μακεδονία, περιλαμβανομένης της Χαλκιδικής!

Όσοι ανέμεναν ότι η υπερίσχυση του Ερντογάν στον ανταγωνισμό του με το βαθύ κράτος των Κεμαλικών στρατηγών θα οδηγούσε στον εκδημοκρατισμό της Τουρκίας και στον μετριασμό των επεκτατικών της διεκδικήσεων καλούνται σήμερα να επανεξετάσουν τις εκτιμήσεις τους. Ο φιλοϊσλαμικός, νεο-οθωμανικός προσανατολισμός της Τουρκίας, σε συνδυασμό με τις εξελίξεις στην περιοχή στη μεταψυχροπολεμική εποχή, την ωθεί στην αναζήτηση ρόλου περιφερειακής δυνάμεως, που διεγείρει σύνδρομα μεγαλοϊδεατισμού και επεκτατισμού.

Ανυπέρβλητο κώλυμα προς την κατεύθυνση αυτή απεδείχθη το Κουρδικό πρόβλημα. Παρ’ όλα τα μέσα που διετέθησαν κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, η στρατιωτική λύση παρέμεινε ανέφικτος στόχος και η ανοικτή πληγή του Κουρδικού υποθήκευε την Τουρκική στρατηγική και πολιτική τόσο προς την κατεύθυνση της Ευρώπης όσο και προς την κατεύθυνση της Μέσης Ανατολής, του Καυκάσου και της Κεντρικής Ασίας.

 

Επιπλέον, η κατάκτηση της αυτονομίας και οιονεί ανεξαρτησίας από τους Κούρδους του πλούσιου σε πετρέλαιο Βορείου Ιράκ και η αναγνώριση από το καθεστώς του Μπασάρ Αλ-Άσσαντ της αυτονομίας των Κούρδων της Συρίας έφερε σε δεινή θέση την Άγκυρα. Η τελευταία καλείται είτε ν’ αναζητήσει μια πολιτική λύση με τους δικούς της Κούρδους, που είναι οι πολυπληθέστεροι, είτε ν’ απομονωθεί και να βρεθεί αντιμέτωπη με επιλογές και συμφέροντα της Αμερικανικής πολιτικής στην περιοχή και με προοπτικές ενδεχόμενης δημιουργίας ανεξάρτητου εθνικού Κουρδικού κράτους, το οποίο, προφανώς, θα αναφέρεται και στους Κούρδους της Τουρκίας.

 

Σημειώνεται σχετικά ότι η παραδοσιακή στρατηγική της Τουρκίας για την αντιμετώπιση των απελευθερωτικών κινημάτων των Κούρδων ήταν η στενή τριμερής συμμαχία Τουρκίας, Ιράκ και Ιράν για κοινό μέτωπο. Η στρατηγική αυτή κατέρρευσε εκ των πραγμάτων λόγω των εξελίξεων στο Ιράκ και της ενεργού υποστηρίξεως των Κούρδων του Ιράκ από τους Αμερικανούς.

 

Η αντιπαράθεση των Αμερικανών και του Ισραήλ με το Ιράν καθιστά επίσης εξόχως αναγκαία την Κουρδική αυτονομία στο Βόρειο Ιράκ ως βάση και προγεφύρωμα κατά του Ιράν. Πολύ περισσότερο, όταν η υπερίσχυση των Σιιτών στο Ιράκ, αντιπάλων του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν, περιπλέκει τη θέση του Ιράκ έναντι των Σιιτών του Ιράν, εφόσον το ίδιο αντιμετωπίζει την ανοικτή και απροκάλυπτη εχθρότητα της γειτονικής Σαουδικής Αραβίας, που υπερακοντίζει στον πόλεμο κατά των Σιιτών και αυτοπροβάλλεται ως πρόμαχος και υπερασπιστής του ορθόδοξου Σουνιτικού Ισλάμ.

 

Νεο Τολμηρό Παιχνίδι του Ερντογάν στο Κουρδικό

Με τα δεδομένα αυτά, της αδυναμίας δηλαδή επιβολής στρατιωτικής λύσεως και της επ’ αόριστον στρατηγικής καθηλώσεως της Τουρκίας στο Κουρδικό, με όλους τους συναφείς ενδεχόμενους κινδύνους, ο Τούρκος πρωθυπουργός επιχειρεί μια νέα πολιτική διεξόδου στο Κουρδίκο. Ακολουθεί σ’ αυτό τα βήματα που είχε κάνει, στη δεκαετία του ’90, ο Τούρκος Πρόεδρος Τουρκούτ Οζάλ. Ο τελευταίος είχε προτείνει ενός είδους ομοσπονδιακή αυτονομία στους Κούρδους της Τουρκίας, που θα περιλάμβανε όμως και τους Κούρδους του Βορείου Ιράκ, με την πλουσιότατη σε πετρέλαιο περιοχή της Μοσούλης και του Κιρκούκ.

 

Η προσπάθειά του, ανεξάρτητα από τα άλλα, εξωτερικά εμπόδια και τη στάση των Κούρδων του Ιράκ, συνάντησε επίσης τη σφοδρή αντίδραση του βαθέος Κεμαλικού κράτους των στρατηγών. Για τους τελευταίους, η παραχώρηση οποιασδήποτε εδαφικής αυτονομίας στους Κούρδους της Τουρκίας ισοδυναμούσε με διάσπαση της εθνικής ενότητας, διαμελιστική πολιτική και ανάθεμα. Οι αρχικές υποψίες ότι ο αιφνίδιος θάνατος του Τουρκούτ Οζάλ οφειλόταν σε δηλητηρίαση επιβεβαιώθηκαν προσφάτως με τη σύλληψη ενός πρώην συνταγματάρχη, ο οποίος κατηγορείται ότι, σε συνεργασία με έναν άλλο υψηλόβαθμο αξιωματικό, δολοφόνησε με δηλητήριο τον πρώην Τούρκο Πρόεδρο. Η αναψηλάφηση των συνθηκών του θανάτου του η διερεύνηση των καταγγελιών και η ανεύρεση των ενόχων δεν είναι τυχαία. Αποσκοπεί στην προβολή εμμέσως της ιδέας για ομοσπονδία του Τούρκου Προέδρου και στην προετοιμασία του εδάφους για τη νέα πολιτική στο Κουρδικό του Ερντογάν.

 

Η πολιτική αυτή προβάλλεται επιδηδείως ως συνάδουσα με τις δομές και τις παραδόσεις του Οθωμανικού παρελθόντος, που χαρακτηριζόταν από αποκεντρωμένες διοικητικές περιοχές και είχε ως κοινό συνεκτικό δεσμό μεταξύ Κούρδων και Τούρκων το Ισλάμ, ανεξάρτητα από εθνικές διαφορές.

 

Η αυτοκρατορική αυτή δομή μπορεί, κατά τη λογική αυτή, να εξυπηρετήσει και σήμερα άριστα την Τουρκία όχι μόνο για τη λύση του Κουρδικού, υπέρ της Τουρκίας, αλλά επίσης για την εξυπηρέτηση και ευρύτερων στρατηγικών και επεκτατικών της βλέψεων. Μπορεί επίσης, με τα άμεσα επεκτατικά κέρδη που θα φέρει, ν’ αντισταθμίσει πολιτικά τις αντιδράσεις για την παραχώρηση δικαιωμάτων χωριστής ταυτότητας και περιφερειακής αυτονομίας στους Κούρδους.

 

Ειδικότερα, η Άγκυρα αποβλέπει με την πολιτική αυτή στον προσεταιρισμό των Κούρδων και σε στρατηγική συμμαχία μ’ αυτούς. Σ’ ένα τέτοιο ενδεχόμενο, η Τουρκία θα είχε άμεση πρόσβαση στο πετρέλαιο του Βορείου Ιράκ. Ήδη έχει προωθήσει από καιρό την έντονη οικονομική παρουσία της, εκμεταλλευόμενη τη διαμάχη του Κουρδικού Βορείου Ιράκ με τη Βαγδάτη. Η διαμάχη αυτή δεν επιτρέπει την εξαγωγή του πετρελαίου του Βορείου Ιράκ από την Βασσόρα. Αφήνει ως μόνη διέξοδο την εξαγωγή του μέσω Τουρκικού εδάφους. Η Τουρκία, εκμεταλλευόμενη την ομηρία αυτή, υπέγραψε προσφάτως συμφωνία με την Κουρδική αυτόνομη κυβέρνηση του Βορείου Ιράκ για τον εφοδιασμό της με πετρέλαιο, με πολύ προνομιακούς όρους. Η συμφωνία αυτή έγινε χωρίς την έγκριση της Βαγδάτης, όπως, άλλωστε, και οι συμφωνίες με πετρελαϊκούς, κολοσσούς, που έσπευσαν στο Βόρειο Ιράκ για να εξασφαλίσουν μερίδιο στα πλούσια κοιτάσματα της περιοχής, που ποσοτικά και ποιοτικά είναι από τα καλύτερα του κόσμου.

 

Η Άγκυρα δεν υπολογίζει, μακροπρόθεσμα, μόνο σε οικονομικά ωφέλη. Εκτιμά ότι, εάν κατορθώσει να προσδέσει στρατηγικά στο άρμα της τον Κουρδικό παράγοντα και από τις δύο πλευρές των συνόρων, θα δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για Τουρκική ηγεμονία στην περιοχή.

 

Η Άγκυρα Εποφθαλμιά και τη Βόρεια Συρία

Προς την ίδια κατεύθυνση αντιμετωπίζει τις εξελίξεις η Άγκυρα και στη Συρία. Επιδιώκει να μεταστρέψει υπέρ της την αυτονομία των Κούρδων της Συρίας και να την εντάξει σε μια επεκτατική πολιτική. Υπενθυμίζεται σχετικά ότι έχει προϊστορία η Τουρκική επεκτατική πολιτική κατά της Συρίας. Επιδιδόμενη σ’ ένα επιτήδειο διπλωματικό παιχνίδι, η Άγκυρα, στις παραμονές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου κατόρθωσε να αποσπάσει το σαντζάκιο της Αλεξανδρέτας, υπό ένα προσωρινό δήθεν καθεστώς αυτονομίας. Στη συνέχεια, το ενέταξε στην Τουρκία, εκδιώκοντας μεγάλο μέρος των Αράβων κατοίκων του και εγκαθιστώντας εποίκους, όπως κάνει ακριβώς σήμερα και στην Κύπρο.

 

Η αντίσταση και η αντοχή του καθεστώτος Άσσαντ έθεσε σε δοκιμασία και αμηχανία την Τουρκική πολιτική, που προσδοκούσε γρήγορα και μεγάλα κέρδη από την πτώση του καθεστώτος. Πολύ δυσάρεση εξέλιξη ήταν για την Τουρκική πολιτική η ανάδυση μιας νέας αυτόνομης Κουρδικής περιοχής στη Συρία, που πολιτικά ευθυγραμμίζεται, κατά κύριο λόγο, με το απελευθερωτικό κίνημα ΡΚΚ των Κούρδων της Τουρκίας.

 

Η Άγκυρα ενέτεινε τις πιέσεις στους Δυτικούς συμμάχους που αντιμάχονται το καθεστώς, όπως επίσης στους μεγάλους χορηγούς όπλων και χρημάτων στους αντιπάλους του Άσσαντ, το Κατάρ και τη Σαουδική Αραβία, για να εμπλακούν πιο ενεργά και αποφασιστικά στον πόλεμο κατά του Άσσαντ. Ενέτεινε επίσης η ίδια τις συγκεκαλυμμένες επεμβάσεις της. Ενδεχόμενη επιβίωση του καθεστώτος Άσσαντ θ’ αποτελούσε στρατηγική ήττα για την Άγκυρα και θ’ ανέτρεπε τους σχεδιασμούς και τις υπερφίαλες φιλοσοδοξίες της.

 

Η τροπή που παίρνει η σύγκρουση στη Συρία, με την παρέμβαση των ακραίων Ισλαμιστών και την έντονα Ισλαμιστική πολιτική του Κατάρ και της Σαουδικής Αραβίας, τη μετατρέπει ολοένα και περισσότερο σε διαθρησκευτική σύγκρουση, που οδηγεί σε πολυδιάσπαση της χώρας. Είναι γνωστός ο φανατισμός της Σαουδικής Αραβίας κυρίως κατά των Σιιτών, που συγχέονται με τους Αλαουίτες της Συρίας, και ο φανατισμός όλων των Ισλαμιστικών κινημάτων κατά των Χριστιανών.

Είναι ενδεικτική από την άποψη αυτή η αιματηρή απαγωγή του Ελληνορθόδοξου και του Μαρωνίτη επισκόπου Χαλεπίου, των οποίων η τύχη αγνοείται ακόμη. Η απαγωγή, σύμφωνα με υπάρχουσες πληροφορίες, έγινε από Τσετσένους Ισλαμιστές, που έσπευσαν και αυτοί να συμμετάσχουν στη νέα διεθνή Ισλαμιστική κινητοποίηση στο μέτωπο τώρα της Συρίας. Οι Τσετσένοι Ισλαμιστές είναι γνωστοί για το φανατισμό τους και έχουν στενούς δεσμούς με τη Σαουδική Αραβία. Το γεγονός ότι ο Αλαουίτης Άσσαντ είναι επίσης σύμμαχος των μισητών σ’ αυτούς Ρώσων, είναι ένας λόγος παραπάνω για έξαλλο ιερό μένος και ιερό, υποτίθεται, πόλεμο.
Η άνοδος του Ισλαμισμού και του θρησκευτικού φανατισμού στη Συρία θέτει αμείλικτα ερωτήματα για τον πραγματικό ρόλο αυτών που υπερθεματίζουν για τη βίαιη ανατροπή του Άσσαντ και παρέχουν ανεπιφύλακτη βοήθεια στους υποτιθέμενους πρωταγωνιστές της «δημοκρατικής» αλλαγής. Το παιχνίδι με το Ισλάμ και τον θρησκευτικό φανατισμό είναι πολύ επικίνδυνο παιχνίδι, όπως απεδείχθη στο Αφγανιστάν, στη Λιβύη και αποδεικνύεται τώρα στη Συρία.
Οι Χριστιανοί της Συρίας, που οι ρίζες τους φτάνουν στις αρχές του χριστιανισμού και στο πρώτο Βυζάντιο, απειλούνται με εξαφάνιση. Αντιπροσωπεύουν το 10% περίπου του πληθυσμού, όσοι σχεδόν ήταν μέχρι την Αμερικανική επέμβαση και στο Ιράκ. Απομένουν εκεί σήμερα ελάχιστοι. Παρατηρείται έτσι το οξύμωρο. Εξαφανίζεται ο αρχαιότατος Χριστιανισμός της Μέσης Ανατολής, την ίδια ώρα που το Ισλάμ βρίσκει πρόσφορο έδαφος και πλήρη ανοχή να αναπτύσσεται στη χριστιανική Ευρώπη. Αναπτύσσεται ακόμη και στην Ελλάδα, που μέχρι προσφάτως δεν είχε άλλους Μουσουλμάνους, εκτός από τη μικρή μειονότητα της Θράκης.
Το πρόβλημα όμως δεν αφορά μόνο τους Χριστιανούς της Συρίας και της Μέσης Ανατολής. Αφορά και τις άλλες θρησκευτικές και εθνικές μειονότητες της χώρας και την ειρηνική συνύπαρξη και συμβίωσή τους. Η βίαιη καταστροφή μιας ισορροπίας και η υποκατάσταση του κοσμικού από ένα θρησκευτικό κριτήριο απειλεί τη συνοχή και την ενότητα της χώρας και μια δύσκολα κατακτημένη, μέσα από συγκρούσεις και καταστροφές, θρησκευτική ανοχή.
Η υπογράμμιση των παραπάνω έχει ιδιαίτερη σημασία τη στιγμή αυτή που γίνονται εντονότερες οι ενδείξεις μιας εξωτερικής επεμβάσεως, με πρόσχημα τη χρήση χημικών όπλων από το καθεστώς Άσσαντ. Το ίδιο πρόσχημα χρησιμοποιήθηκε για την Αμερικανική εισβολή στο Ιράκ. Αποδείχθηκε όμως ότι, πράγματι, ο Σαντάμ Χουσεΐν δεν είχε στη διάθεσή του χημικά όπλα.
Η Άγκυρα επεύχεται μια ξένη επέμβαση και καραδοκεί να θέσει υπό τον έλεγχό της τη βόρεια Συρία, εκμεταλλευόμενη τη νέα πολιτική της για τους Κούρδους και την πολυδιάσπαση της χώρας.
Έχει Πιθανότητες Επιτυχίας η Νέα Πολιτική Ερντογάν για το Κουρδικό;
O Ερντογάν συνδυάζει τη νέα πολιτική για το Κουρδικό με τη σχεδιαζόμενη ανάρρησή του στο θώκο του Προέδρου και με αλλαγές στο Τουρκικό Σύνταγμα. Σύμφωνα με αυτές, το πολιτικό σύστημα της Τουρκίας θα γίνει ακραιφνώς Προεδρικό και ο ίδιος ως Πρόεδρος θα διαθέτει αυξημένες εξουσίες. Πιστεύει ότι μέσα στο νέο αυτό πολιτικό πλαίσιο και με τον ίδιο πρωταγωνιστή, με ευρύτατες εξουσίες, θα κατορθώσει να ποδηγετήσει τις εξελίξεις και να δαμάσει τις αναμενόμενες αντιδράσεις.
Από την πλευρά τους, οι Κούρδοι υπενθυμίζουν με νόημα ότι έχουν κηρυχθεί μέχρι τώρα άλλες οκτώ εκεχειρίες, οι οποίες τελικά δεν έγιναν αφετηρία για μια αποδεκτή πολιτική λύση.
Σε πρόσφατη μεγάλη συνέντευξή του σε δημοσιογράφο της εφημερίδας Μιλλιέτ, ο οποίος υπέστη τη μήνιν γι’ αυτό του Τούρκου πρωθυπουργού και απελύθη από την εφημερίδα του, ο αρχηγός των Κούρδων ανταρτών Μουράτ Καραγιλάν, μιλώντας από το όρος Καντίλ, υπεγράμμισε τα εξής ως όρους για την Κουρδική πλευρά: Πρώτον, ότι δεν τίθεται θέμα για τους αντάρτες να παραδώσουν τα όπλα τους. Στο πνεύμα αυτό ανακοινώθηκε, άλλωστε, ότι η αποχώρηση των ανταρτών από την Τουρκία για το Βόρειο Ιράκ θ’ αρχίσει στις 8 Μαΐου και ότι οι αντάρτες θ’ αποχωρήσουν με τα όπλα τους. Δεύτερον, ότι δεν αρκεί μια απλή συμφωνία με τον πρωθυπουργό και την κυβέρνηση. Πρέπει η συμφωνία να επικυρωθεί από την Εθνοσυνέλευση, ώστε να πάρουν θέση και να δεσμευθούν σχετικά οι πολιτικές δυνάμεις, πέρα από την κυβερνητική παράταξη. Πρέπει επίσης οι συμφωνημένες αλλαγές να περιληφθούν στο αναθεωρημένο σύνταγμα, το όποιο θ’ αναγνωρίζει σαφώς την Κουρδική εθνική ταυτότητα και το πλαίσιο της αυτονομίας.
Η μεγαλεπήβολη πολιτική Ερντογάν για το Κουρδικό είναι στην πλάστιγγα. Είναι φανερά τα άμεσα και μακροπρόθεσμα κέρδη μιας τέτοιας πολιτικής για την Άγκυρα. Είναι όμως προφανείς και οι αβεβαιότητες, το βάρος του Κεμαλικού παρελθόντος, οι εγγενείς αντιφάσεις και οι συγκρουόμενες στρατηγικές άλλων δυνάμεων. Οι Κούρδοι έχουν κατακτήσει με τους αγώνες τους κοινή εθνική συνείδηση στις χώρες στις οποίες είναι διεσπαρμένοι. Οι ίδιοι αναφέρονται, άλλωστε, στο βόρειο Κουρδιστάν της Τουρκίας, στο ανατολικό του Ιράν, στο νότιο του Ιράκ και στο δυτικό της Συρίας. Είναι έτοιμοι να εγκαταλείψουν το όραμά τους για ένα κοινό εθνικό κράτος και να δεχθούν μια περιορισμένη αυτονομία στην Τουρκία, που, προφανώς, δεν θα έχει το βαθμό ανεξαρτησίας που έχει η αυτονομία του Βόρειου Ιράκ ή ακόμη της Συρίας;
Ένας λογικός συμβιβασμός φαίνεται εφικτός, υπό το βάρος των περιστάσεων και εφόσον η επίσημη Τουρκική ιδεολογία απομακρύνεται από την αυστηρή Κεμαλική έννοια του εθνικού Τουρκικού κράτους. Προς την κατεύθυνση αυτή, συγκλίνει επίσης η παγκοσμιοποίηση με τον διεθνιστικό οικονομικό νεοφιλελευθερισμό και τα ιδεολογήματα της για την υπέρβαση του εθνικού κράτους.
Αποφασιστικός παράγων για την Άγκυρα είναι οι ευρύτερες στρατηγικές φιλοδοξίες της, που δεν μπορούν να έχουν καμία τύχη, με ανοικτή την πληγή του Κουρδικού. Πολύ σημαντικός παράγων, σε σχέση με το Κουρδικό, είναι επίσης το Ισραήλ. Το τελευταίο αντιμετωπίζει σήμερα ως πρωταρχικό εχθρό το Ιράν. Δεν μπορεί όμως να μένει αδιάφορο για τις Τουρκικές φιλοδοξίες, όταν έχει πάρει ήδη μια γεύση της Τουρκικής αντιπαλότητας και να δεχθεί εύκολα Τουρκική ηγεμονία επί του Κουρδικού παράγοντα, που έχει τεράστια γεωπολιτική σημασία στην περιοχή και με τον οποίο διατηρεί στρατηγικές σχέσεις.
Η Ευρωπαϊκή Διάσταση του Τουρκικού Επεκτατισμού
Ο νέος Τουρκικός επεκτατισμός εκδηλώνεται απροκάλυπτα και προς τη Δύση και αφορά, προφανώς, την Κύπρο, την Ελλάδα αλλά και τη Βουλγαρία, όπου διαβιοί σημαντική Μουσουλμανική μειονότητα.
Ο Τουρκικός επεκτατισμός προς την κατεύθυνση αυτή ακολουθεί τη γνωστή τακτική των αμφισβητήσεων, των αυθαιρέτων διεκδικήσεων και της εκμεταλλεύσεως Μουσουλμανικών μειονοτήτων. Εντάσσεται συνολικά στο πλαίσιο μιας γενικότερης πολιτικής της Τουρκίας που επιδιώκει την ενίσχυση των προσβάσεών της στον Ευρωπαϊκό χώρο και του στρατηγικού της ρόλου. Ειδικότερα, μετά τον εντοπισμό μεγάλων ενεργειακών κοιτασμάτων στην ΑΟΖ της Κύπρου και της Ελλάδος, επιδιώκει να καταστεί «συνέταιρος», διαπραγματευόμενη με τις ΗΠΑ διπλωματικά «ανταλλάγματα» για την υποτιθέμενη σύμπλευση της με τα Αμερικανικά συμφέροντα και την Αμερικανική στρατηγική στην περιοχή.
Ενδεχόμενη μη θετική κατάληξη της πολιτικής Ερντογάν για το Κουρδικό θα ενίσχυε την Τουρκική διπλωματική θέση και τον Τουρκικό επεκτατισμό. Ειδικότερα, θα ενίσχυε την Ευρωπαϊκή προοπτική της Άγκυρας την οποίαν επιδιώκει περισσότερο για γεωπολιτικούς παρά για οικονομικούς και θεσμικούς λόγους. Η Άγκυρα έχει κάθε λόγο να θέλει να προβάλλει και να ενισχύει μια διφυή Ευρω-Ασιατική υπόσταση. Στο πλαίσιο αυτό, αναπτύσσει και το ιδεολόγημα της κομβικής χώρας που συνδέει την Ευρώπη με την Ασία και τον χριστιανικό με τον Μουσουλμανικό κόσμο.
Η Τουρκία δεν κρύβει τις φιλοδοξίες της και προς την κατεύθυνση των χωρών της Κεντρικής Ασίας. Επικαλείται γι’ αυτό εκλεκτικές Τουρκικές συγγένειες με διάφορες χώρες. Γνωρίζει όμως ότι μόνη της δεν έχει το απαραίτητο δυναμικό και τη διάσταση για να παίξει οποιοδήποτε ρόλο και να ανταγωνισθεί άλλες σημαντικές επιρροές. Επιδιώκει γι’ αυτό να έχει πίσω της τις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, φιλοδοξώντας να μπει από την πίσω πόρτα στο μεγάλο γεωπολιτικό παιχνίδι του Καυκάσου και της Κεντρικής Ασίας.
Η Τουρκία παίζει, προφανώς, τα δικά της μεγάλα και μικρά παιχνίδια. Ποια είναι όμως η γεωστρατηγική αντίληψη και η πολιτική της Ελλάδος; Γιατί, π.χ., υποστηρίζει την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρώπη, την επιστροφή, με άλλα λόγια, της Τουρκίας στην Ευρώπη, από την οποία εξεδιώχθη με τους αγώνες και τις θυσίες δύο Βαλκανικών πολέμων;
Πηγή περιοδικό «Επίκαιρα»

Related Post

Κατηγορίες: Δραστηριότητες συνδέσμου. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.

Αφήστε μια απάντηση