«Μα καλά, τι δουλειά έχουν ένα μάτσο Ρώσοι επιστήμονες στη Γαύδο;» Β’ Μέρος!! Απλά εξαιρετικό!!!

 

Το τελεφερίκ που κατασκευάσαν οι Ρώσοι για να κατεβαίνουν τον γκρεμό, μέχρι την απάτητη παραλία, κάτω απο το σπίτι τους.

 

Το Πυθαγόρειο Ινστιτούτο Φιλοσοφικών Ερευνών για την Αθανασία του Ανθρώπου.

  «Δεν ήρθα για εσάς στη Γαύδο», τους λέω όταν πια και οι τρεις έχουμε καθίσει γύρω από το μεγάλο στρόγγυλο τραπέζι, γιατί πράγματι δεν ήταν αυτοί η αφορμή για να πάω στη Γαύδο τις πρώτες μέρες του Μαρτίου. Δεν απάντησε, ούτε χαμογέλασε, όπως περίμενα, κανείς από τους δύο και μόνο όταν πιο επιβλητικός τύπος με πρόσωπο δαρμένο από τον ήλιο και την αλμύρα και με βλέμμα που από τη μία στιγμή στην άλλη μπορούσε να το φωτίζει και να το σκοτεινιάζει σαν να σου κάνει σκωτσέζικο ντους σηκώθηκε για να γεμίσει τις κούπες μας τσάι, μόνο τότε λοιπόν ο άλλος, που αν εξαιρέσεις τα ταλαιπωρημένα ρούχα του και τα ροζιασμένα χέρια του, είναι σαν μόλις χθες να έβγαλε το κοστούμι του, είπε «όποιος ζει στην Αθήνα, ο σκύλος πιάνει τη μυρωδιά του από χιλιόμετρα», γέλασε και γέλασα κι εγώ, κι ας με ειρωνεύτηκε, δεν πειράζει.

Το Πυθαγόρειο Ινστιτούτο Φιλοσοφικών Ερευνών για την Αθανασία του Ανθρώπου.

«Και γιατί ήρθες;», με ρώτησε. «Ήρθα για τα χημικά», τους απάντησα γιατί πράγματι για αυτό πήγα στη Γαύδο, για το περιβόητο καράβι που θα μεταφέρει μάλλον κάπου στα νότια του νησιού τα χημικά όπλα του Άσαντ από τη Συρία, για να υποβληθούν εν πλω σε υδρόλυση και μετά να χυθούν σε διεθνή χωρικά ύδατα. Μια επισφαλής διαδικασία μέσω της οποίας, σύμφωνα με οικολογικές οργανώσεις και ακαδημαϊκούς, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να μολυνθεί ανεπανόρθωτα η Μεσόγειος. Για όλο αυτό οι κάτοικοι της Γαύδου ανακοίνωσαν ότι δε θα ψηφίσουν στις Ευρωεκλογές. Ναι, μπορεί να φαντάζει ως αμελητέο, αν πέντε χούφτες άνθρωποι απέχουν από τις εκλογές, δεν είναι ότι θα επηρεαστεί κιόλας σημαντικά το εκλογικό αποτέλεσμα. Είναι όμως ο μόνος τρόπος που έχουν για να ακουστούν αυτές οι πέντε χούφτες άνθρωποι. Και αυτό τους είναι αρκετό.

Το τελεφερίκ που κατασκευάσαν οι Ρώσοι για να κατεβαίνουν τον γκρεμό, μέχρι την απάτητη παραλία, κάτω απο το σπίτι τους.
Το τελεφερίκ που κατασκευάσαν οι Ρώσοι για να κατεβαίνουν τον γκρεμό,
μέχρι την απάτητη παραλία, κάτω απο το σπίτι τους. 
Ένα διαλυμένο τζιπ είναι το μέσο μετακίνησής τους στο νησί.
Ένα διαλυμένο τζιπ είναι το μέσο μετακίνησής τους στο νησί. 

«Δεν είναι μόνο τα χημικά το κακό, αλλά και οι έρευνες για το φυσικό αέριο», μου λέει ο ένας σε σπαστά ελληνικά και τότε ο άλλος που ξέρει μάλλον ακόμη πιο λίγα ελληνικά, αρχίζει να μιλάει σαν να υπαγορεύει κάτι στα ρώσικα, στον συγκάτοικό του, που μεταφράζει όπως μπορεί.

«Το καλοκαίρι, ένα βράδυ που καθόμασταν έξω και πίναμε ρακή, ξαφνικά είδαμε μακριά στη θάλασσα ένα μεγάλο κόκκινο φως, σαν έκρηξη, για 10-15 δευτερόλεπτα. Αν καίγεται πολύ αέριο, έτσι φαίνεται. Τι, δεν μας πιστεύεις;». Δεν πρόλαβα να απαντήσω. Δεν πρόλαβα να ρωτήσω. «Τις ξέρω τις ερωτήσεις που θες. Είναι στάνταρ οι ερωτήσεις». «Δηλαδή θα έχετε στάνταρ απαντήσεις;», ρωτάω αυτόν που μιλάει ελληνικά περιμένοντας να μου απαντήσει ο άλλος. «Μετά από 10 χρόνια, βρίσκουμε άλλες για να μη βαριόμαστε».

Η θέα από το σπίτι τους, λίγο πριν το χωριό Βατσιανά.
Η θέα από το σπίτι τους, λίγο πριν το χωριό Βατσιανά. 

Δεν έχουν περάσει 10, αλλά 17 χρόνια από τότε που επτά Σοβιετικοί επιστήμονες («φυσικοί ήμασταν, στέλναμε δορυφόρους στο διάστημα, ερευνούσαμε το άτομο, τέτοια πράγματα»), ο επικεφαλής, τότε, των οποίων είχε επιζήσει από το Τσερνόμπιλ, αν και η ραδιενέργεια είχε πλημμυρίσει το σώμα του, όπως και τους περισσότερους από όσους εργάστηκαν στα συντρίμια του εργοστασίου για να καθαρίσουν την περιοχή. Οι συγκεκριμένοι επτά αποφάσισαν να αφήσουν πίσω τους μία διαλυμένη πατρίδα που συμπαρέσυρε σε διάλυση και ολόκληρη την κοσμοθεωρία τους, που μέχρι τότε είχε την επιστήμη στο βάθρο της απόλυτης, αν όχι της μόνης, δύναμης που μπορεί να στείλει τον άνθρωπο δυο βήματα πιο πέρα, και μετά άλλα δύο, και μετά άλλα δύο. Στη Γαύδο έφτασαν, γιατί όπως λένε σήμερα, αυτή η θεώρηση των πραγμάτων δεν τους ήταν πια αρκετή. Σήμερα τους φαίνεται ακόμη πιο «λίγη» από τότε. «Η επιστήμη είναι περισσότερο θρησκεία και από τις θρησκείες. Και που μας έχει πάει αυτό; Υπάρχουν τόσα λάθη της επιστήμης που ο κόσμος τα πιστεύει ως σωστά».

Δεν άργησαν να αναπτύξουν δεσμούς με την τοπική κοινωνία, γιατί αν και τα σενάρια για το τι κρύβεται πίσω από το «κοινόβιο» των Ρώσων υφαίνονταν το ένα μετά το άλλο (φημολογείται, μάλιστα, ότι έχει ασχοληθεί μαζί τους μέχρι και η ΕΥΠ και ότι κάποια στιγμή έπεσε στο τραπέζι η ιδέα της απέλασής τους, γιατί δεν είχαν, ούτε έχουν, χαρτιά), οι ίδιοι οι Ρώσοι φρόντιζαν από την πρώτη στιγμή να προσφέρουν εργασία είτε αφιλοκερδώς είτε σε επίπεδο ανταλλακτικής οικονομίας – δούλευαν σε χωράφια, βοηθούσαν τους κατοίκους να μεταφέρουν τα πράγματα που έφερνε το πλοιάριο στο νησί, έχτιζαν σπίτια, πέτρα πάνω στην πέτρα. Όπως ακριβώς έχτισαν και το δικό τους σπίτι σε μία τοποθεσία με θέα που σε αφήνει άλαλο, σε ένα οικόπεδο που τους παραχώρησε ο παπάς. Όπως έχτισαν και κάτω από τη γη ένα χώρο («ένα πυρηνικό καταφύγιο, ίδιο με το σπίτι τους, με κρεβάτια και προμήθειες», όπως μου είπε κάποιος στο νησί…), μέσα στο οποίο μπαίνουν από μία τρύπα που αν δεν ξέρεις που να την ψάξεις, αποκλείεται ποτέ να τη βρεις, και να κάθονται στον μεγάλο, πεντάγωνο πάγκο, να συναθροίζονται, να φιλοσοφούν. Με όρους «δυτικής οικονομίας», που τόσο αποστρέφονται, αυτός ο υπόγειος χώρος είναι μάλλον το HQ του Πυθαγόρειου Ινστιτούτου Φιλοσοφικών Ερευνών για την Αθανασία του Ανθρώπου.

Μεταξύ άλλων, στο μανιφέστο του ινστιτούτου λένε πράγματα σαν κι αυτό: «Ο μοναδικός και αποκλειστικός προορισμός και εσωτερική επιθυμία του ανθρώπου είναι η επίτευξη της αθανασίας. Ο τρόπος να επιτευχθεί μια τέτοια κατάσταση είναι αμιγώς ανθρωπιστικός, και σε καμία περίπτωση, δια μέσου κοινωνικών και φυσικών επιστημών. Επιπλέον, είναι απαραίτητο να επιτευχθεί πριν αγγίξουμε το κρίσιμο σημείο εξάντλησης των πόρων της Γης. Είμαστε πεπεισμένοι ότι αυτό το επίπεδο ήθους και ηθικής στο οποίο οι αρχαίοι Έλληνες συνεισέφεραν, μπορεί να εφαρμοστεί πριν προσεγγίσουμε αυτό το κρίσιμο σημείο. Υπάρχουν ενδείξεις ότι αυτή η στιγμή πλησιάζει όλο και περισσότερο. Για παράδειγμα, παρουσιάστηκε η δυνατότητα μια μικρή ομάδα ειδικών να μπορεί να κατασκευάσει μια βόμβα που θα καταστρέψει ολόκληρο τον πλανήτη. Στις μέρες μας, ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται τη Γη σαν ένα σύνολο και είναι ικανός να φανταστεί όλες τις συνιστώσες του σε ισορροπία. Εμείς, όπως οι θεοί και οι άνθρωποι στην Αρχαία Έλλάδα, στοχεύουμε στη δημιουργία μιας σταθερής κατάστασης του κόσμου. Επιθυμούμε να εντοπίσουμε και να διευλευκάνουμε τα πραγματικά εμπόδια και να αντιμετωπίσουμε τις διάφορες ενστάσεις απέναντι στο εγχείρημά μας, ειδικά εκείνες που είναι παράλογα έντονες και μεροληπτικές και οι οποίες αντιπροσωπεύουν τα εγωιστικά συμφέροντα μερικών ομάδων. Όλες οι επιμέρους ενστάσεις έχουν την εξής ιδιαιτερότητα· είναι απαγορευμένο να συζητάμε για ή να αναφερόμαστε σε αυτές».

Γιατί ήθελαν να χτίσουν ένα ναό του Απόλλωνα;

Γιατί ήθελαν να χτίσουν ένα ναό του Απόλλωνα;

Από κοντά, πριν καν συστηθούμε, όταν τους έκανα την πιο απλή ερώτηση απ’ όλες, πως γίνεται δηλαδή άνθρωποι της επιστήμης και της λογικής να μιλούν για αθανασία του ανθρώπου, μου τα είπαν κάπως πιο απλά, ακριβώς γιατί δε μπορούσαν να μεταφέρουν στον προφορικό τους λόγο τα παραπάνω άπταιστα ελληνικά.

«Με συγχωρείς αλλά ο άνθρωπος είναι λέρα. Δεν του φτάνει τίποτα, θέλει μόνο να αρπάζει, να έχει όλο και περισσότερα. Είναι μόνος του και κυνηγάει. Η δική μας απασχόληση, λοιπόν, είναι να ψάχνουμε να βρούμε ένα δρόμο προς κάτι άλλο. Είναι τεράστιο θέμα. Η φιλοσοφία γεννήθηκε στη χώρα που τώρα ονομάζεται Ελλάδα. Δεν ξέρω αν προσβάλλουμε με αυτά που λέμε, αλλά Έλληνας με ταυτότητα και Έλληνας στην ουσία, δε συμπίπτουν. Ο Πυθαγόρας, όμως, που ήταν Έλληνας, ήταν ο πιο σπουδαίος φιλόσοφος. Εμείς, λοιπόν, ερευνώντας όλο αυτό λέμε ότι η Ελλάδα είναι πατρίδα της φιλοσοφίας. Και ήρθαμε εδώ θέλοντας να σμίξουμε με τους κληρονόμους αυτής της σκέψης».

Ήταν ένα σχέδιο εξαρχής δύσκολο, γιατί ήταν ακριβώς αυτές οι αναζητήσεις που τους κρατούσαν σε απόσταση από τους υπόλοιπους, ακόμη και από αυτούς με τους οποίους είχαν (και έχουν ακόμη) πιο στενές συναναστροφές. Όχι γιατί οι υπόλοιποι, «οι κληρονόμοι αυτής της σκέψης», όπως λένε, δε φιλοσοφούν, αλλά γιατί το κάνουν με ένα πιο λαϊκό, πρωτόλειο τρόπο (και αυτό δεν το λέω για κακό), σε ένα επίπεδο που δεν έχει χώρο για αμφισβήτηση των θείων ούτε για όσους πιστεύουν, ούτε για όσους λένε ότι δεν πιστεύουν μόνο και μόνο γιατί ρίχνουν κάθε μέρα χριστοπαναγίες, σε ένα επίπεδο που σχεδόν κανείς δεν έχει όρεξη να ασχοληθεί με θεωρίες όπως ότι δεν ισχύει ο νόμος του Νεύτωνα («Τόσοι αιώνες πέρασαν και μέχρι τώρα δεν έχει βρεθεί πραγματική απόδειξη ότι ο νόμος του Νεύτωνα ισχύει. Όλα τα πειράματα είναι φτιαγμένα έτσι για να καταλήγουν σε απόδειξη. Κι εσύ στο σχολείο μαθαίνεις ότι λειτουργεί, το θυμάσαι και το πιστεύεις για μια ζωή. Σαν τη θρησκεία») ή ότι οι Αμερικανοί δεν πάτησαν ποτέ τους στο φεγγάρι («Όλοι οι επιστήμονες, από τους πιο χαζούς μέχρι τους πιο ανώτερους, ξέρουν ότι οι Αμερικανοί δεν ήταν στο φεγγάρι. Όμως δισεκατομμύρια άνθρωποι πιστεύουν ότι πήγαν και περπάτησαν εκεί. Αφού λοιπόν πήγαν το 1960, τώρα που είναι 2014 γιατί δεν έχουν ξαναπάει;»), να κάνει δηλαδή τέτοια άλματα λογικής (που, αν με ρωτάς, καταλήγουν στο κενό), τέτοιες ακραίες υπερβάσεις χωρίς εμφανές έρεισμα στην πραγματικότητά τους, γιατί είναι σαν να έχουν κλείσει με το κεφάλαιο «ακραίες υπερβάσεις», άπαξ και πήραν την απόφαση να ζήσουν εδώ. Έκαναν την υπέρβασή τους και τώρα μπορεί να τους είναι αρκετή απλά μία βόλτα ανάμεσα στα δέντρα, μακριά από την τηλεόραση.

Η μικρή κουζίνα του σπιτιού τους.
Η μικρή κουζίνα του σπιτιού τους. 
Αν δεν υπήρχαν μερικοί ηλεκτρονικοί υπολογιστές, τίποτα δε θα μαρτυρούσε ότι εδώ ζουν άνθρωποι που έχουν σχέση με την τεχνολογία.
Αν δεν υπήρχαν μερικοί ηλεκτρονικοί υπολογιστές,
τίποτα δε θα μαρτυρούσε ότι εδώ ζουν άνθρωποι που έχουν σχέση με την τεχνολογία. 

Ήταν ένα σχέδιο που τελικά απέτυχε, όταν αποφάσισαν να χτίσουν ένα ναό του Απόλλωνα, όχι γιατί δηλώνουν δωδεκαθεϊστές (δεν πιστεύουν σε κανέναν θεό και σε όλους μαζί, αν κρίνω από όσα μου είπαν και από όσα λένε στις διαλέξεις τους που αναρτούν online) αλλά με σκοπό να τον χρησιμοποιήσουν ως ένα ακόμη μέσο για την ανάδειξη του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού ως πηγή του Ευρωπαϊκού, όπως ανέφεραν το 2011 και στην ανοιχτή επιστολή τους προς τον δήμαρχο, για να εισπράξουν μία άρνηση τόσο από εκείνον όσο και από την εκκλησία, που μου φαίνεται λίγο δύσκολο να τους φάνηκε τόσο απρόσμενη όσο μου την περιγράφουν σήμερα, σχεδόν τρία χρόνια μετά, με την πικρία κάποιων που δε θέλουν να δώσουν πια μεγάλη αξία σε αυτούς που τους πίκραναν.

«Αντιδράσανε με βλαμμένο τρόπο. Είχε γίνει χαμός, μας έλεγαν “πως τολμάτε, είναι χριστιανικός ο χώρος” και τέτοια. Πως μεγαλώνει ένα παραμύθι στον κόσμο, ε; Ένας ακούει κάτι από δω, το λέει σε άλλον, μετά το ακούει άλλος και ξαφνικά, γίναμε οι “απόστρατοι του Τσερνόμπυλ που φτιάχνουν ναό του Απόλλωνα”. Αυτή είναι πια η ιστορία για εμάς».

«Δε θα τον χτίσετε ποτέ δηλαδή;» λέω και στους δύο ενώ με τα μάτια μου τους δείχνω τη μακέτα του ναού που τόση ώρα βλέπω στο πιο ψηλό ράφι της ξύλινης βιβλιοθήκης τους και σκέφτομαι ότι αν κατασκεύασαν μία καρέκλα στην Τρυπητή τόσο μεγάλη θέλοντας, φαντάζομαι, να κάνουν ένα δικό τους, σχεδόν εικαστικό σχόλιο πάνω στην ιδέα της ανθρώπινης ύπαρξης, πως θα διαχειρίζονταν τις διαστάσεις ενός ολόκληρου ναού. «Τώρα, πάει. Νάτος ο ναός!» μου λένε και τα βλέμματά μας συναντιώνται στους μικροσκοπικούς κίονες.

Η επιγραφή που τοποθέτησαν έξω από το σπίτι τους.
Η επιγραφή που τοποθέτησαν έξω από το σπίτι τους. 

Κανείς δεν ξέρει πόσοι από τους επτά πρώτους Ρώσους, πόσοι πέρα από τον Αλεξέι Γιούζγκιν και τον Αλέξανδρο Γιούντιν, παραμένουν σήμερα στη Γαύδο. Κάποιοι έφυγαν και ξαναγύρισαν, κάποιοι άλλοι έφυγαν οριστικά μετά το «Ναός-gate» με προορισμό τη Βενεζουέλα. Η καθημερινότητα όσων έχουν απομείνει, πάντως, συνεχίζεται περίπου όπως ξεκίνησε, έστω και αν οι σχέσεις τους με τους ντόπιους δε θα επιστρέψουν ποτέ στα «προ-Απόλλωνα» φιλικά επίπεδα, έστω και αν αυτοί που τους αναζητούν περισσότερο είναι κάποιοι από τους σκηνίτες της Γαύδου, σαν τον Βασίλη που έφυγε από το Λονδίνο και μένει σε μια καβάτζα στο Λαβρακά γιατί «στη Γαύδο υπάρχει πολύς χώρος για σκέψη, για να ισορροπήσεις», που ήταν μέσα στο σπίτι τους πριν φτάσω εγώ και ακούει με προσοχή, ακόμη και όταν τον κρίνουν.

«Έρχονται παιδιά με λεφτά, με πτυχία, είναι τυπικά δείγματα σύγχρονου ανθρώπου. Και τι κάνουν εδώ; Αλήθεια τίποτα. Μένουν σε σκηνές στις παραλίες. Και σ’ ένα χρόνο τους πιάνει αρρώστια ή βλακεία και τους τραβάνε πίσω στο σπίτι οι γονείς. Είναι λυπηρό. Λένε ότι θέλουν να έρθουν πιο κοντά στη φύση. Τι θα πει αυτό; Είναι ο άνθρωπος μακριά από τη φύση; Στο σάλιο μου δεν έχει φύση; Στα μαλλιά μου; Στα κύτταρα; Εμείς οι ίδιοι είμαστε φύση. Πως λοιπόν να πάω πιο κοντά;»

«Επιτέλους, συμφωνούμε σε κάτι», τους λέω, γιατί τόσες ώρες δεν τους είπα ότι αυτά που μου λένε μου ακούγονται κουζουλά, όπως θα έλεγαν και στην Κρήτη. Ίσως γιατί εγώ δεν είμαι φιλόσοφος και δεν ξεκίνησα από την άλλη άκρη του κόσμου για να πάω στο νοτιότερο άκρο της Ευρώπης, να χτίζω εκεί σπίτια, να αφαλατώνω θαλασσινό νερό και μετά να το ζεσταίνω με αυτοσχέδιους ηλιακούς συλλέκτες, να κατασκευάζω μηχανήματα που χρησιμοποιούν ως καύσιμο την τσικουδιά για να κάνουν ηλεκτροκόλληση («Το δείξαμε εδώ στους ανθρώπους. Ένα μηχάνημα που μετατρέπει την τσικουδιά σε πλάσμα. Που να σου εξηγώ τώρα, θέλω πέντε ώρες τουλάχιστον»), να ξεκινήσω την κατασκευή ενός ναού του Απόλλωνα και όταν οι κάτοικοι μου απαγορεύσουν να το κάνω, να τη σταματήσω εκεί που την είχα ξεκινήσει, για να την ξεκινήσω κάπου αλλού και τελικά να χτίσω τον ναό μέσα στο δάσος, κάτι που αρκετοί κάτοικοι το έχουν μάθει αλλά ελάχιστοι έχουν πάει να τον δουν με τα μάτια τους και οι διηγήσεις τους στους υπόλοιπους που δεν τον έχουν δει, δεν είναι ακριβώς ότι δεν τους πείθουν, αλλά ότι οι υπόλοιποι αποφασίζουν να μην πεισθούν (ακόμη κι αν έχουν δει έστω από μακριά μία περίεργη στέγη να προεξέχει πάνω από τους κέδρους και τα πεύκα) γιατί ίσως να μη θέλουν να συνειδητοποιήσουν ότι οι Ρώσοι τους αγνόησαν τελικά, και έκαναν αυτό που ήθελαν – απλώς δεν το διατυμπανίζουν.

«Μα καλά, τι δουλειά έχουν ένα μάτσο Ρώσοι επιστήμονες στη Γαύδο;»

Εγώ, λοιπόν, που δεν είμαι φιλόσοφος, προσπαθώ απλώς να πιστεύω ότι ο κόσμος που ζούμε σήμερα, ακόμη κι αν δεν είναι ο καλύτερος που θα μπορούσε να υπάρξει μέχρι σήμερα, είναι καλύτερος από αυτόν που υπήρχε χθες. Για να μπορώ, έτσι, να πιστεύω ότι ο κόσμος που θα έρθει αύριο θα είναι καλύτερος από τον σημερινό. Γιατί για μένα αυτό είναι το νόημα.

«Κάνεις λάθος, δεν υπάρχει νόημα», μου λένε. Και τότε τι κάνουμε όλοι εδώ; Όχι στο νοτιότερο σημείο της Ελλάδας. Όχι στο νοτιότερο σημείο της Ευρώπης. Τι κάνουμε όλοι εδώ γενικώς.

Αυτό σκεφτόμουν όταν η μπουκαπόρτα του πλοίου σηκωνόταν και η Γαύδος έμενε πίσω μου.

Αυτό σκεφτόμουν όταν επέστρεφα στην πραγματικότητα.

Πηγή:http://popaganda.gr

Related Post

Κατηγορίες: 'Αρθρα, Θέματα που μας αφορούν. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.

Αφήστε μια απάντηση