ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Για την χαμηλή παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας φταίνε οι ξένοι.

ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΑΝΤΙΜΝΗΜΟΝΙΑΚΗΣ ΜΠΟΥΡΔΟΛΟΓΙΑΣ·ΔΕΥΤΕΡΑ, 27 ΜΑΡΤΙΟΥ 2017

Α. Παραγωγικότητα

Η βασική έννοια της παραγωγικότητας της εργασίας είναι σαφής: Παραγόμενη αξία ανά ώρα εργασίας. Κάθε επιχείρηση θα κάνει τέτοιες μετρήσεις και προσπαθήσει να αυξήσει την παραγωγικότητα των εργαζομένων. Και φυσικά μόνο όταν επαρκής παραγωγικότητα μπορεί να επιζήσει μια επιχείρηση, και μόνο όταν αυξάνεται η παραγωγικότητα υπάρχει η δυνατότητα να γίνουν επενδύσεις και να αυξηθούν οι μισθοί.

Οι κύριοι παράμετροι που αυξάνουν την παραγωγικότητα είναι

  • Προσωπική αξία του εργαζόμενου (σε εκπαίδευση, φιλοδοξία, φιλότιμο, κοκ)
  • Κατάλληλο περιβάλλον εργασίας που να επιτρέπει στον εργαζόμενο να παράξει πλούτο. Εδώ μπορούμε να ξεχωρίσουμε δυο υπο-παραμετρους: Το μικρο-περιβάλλον του εργαζόμενου με την έννοια να έχει εργασία που αρμόζει στις ικανότητές του, να έχει τα κατάλληλα εργαλεία (π.χ. υπολογιστές με το κατάλληλο λογισμικό), να έχει τα κατάλληλα κίνητρα (έλεγχος, αναγνώριση, ανταμοιβή), κοκ. Και δεύτερον το μακρο-περιβάλλον που αναφέρεται στην ίδια επιχείρηση, όπως π.χ. την στρατηγική που έχει, στο πόσο καλό είναι το μάρκετινκ, στο πόσο καλά διοικείται, κοκ. Όπως θα δούμε παρακάτω, ένα τρίτο επίπεδο, δηλ. το επίπεδο της ίδιας της οικονομίας, επίσης επηρεάζει σημαντικά την παραγωγικότητα των εργαζομένων.

Β. Η παραγωγικότητα μιας χώρας

Η παραγωγικότητα μιας ολόκληρης οικονομίας μετριέται συνήθως ως το ΑΕΠ δια του συνολικού αριθμού ωρών εργασίας. Αυτός ο ορισμός συνεπάγεται διάφορα προβλήματα που αναλύονται παρακάτω.

Οι ώρες εργασίες είναι ιδιαίτερα δύσκολο να μετρηθούν αντικειμενικά . Π.χ. στην Ελλάδα γνωρίζουμε ότι μερικοί δημόσιοι υπάλληλοι δεν βρίσκονται στις θέσεις εργασίας τις ώρες που τυπικά εργάζονται. Αντίστροφα μερικοί ιδιωτικοί υπάλληλοι μπορεί να βρίσκονται περισσότερες ώρες (να υποδηλώνεται η εργασία τους για να μην πληρώνονται εισφορές). Όμως μόνο τα επίσημα στοιχεία φτάνουν στον ΟΟΣΑ και άλλους οργανισμούς που παράγουν στατιστικές. Εδώ περισσότερες πληροφορίες γι' αυτό το πρόβλημα μέτρησης.

Το ΑΕΠ μιας χώρας επίσης μπορεί να είναι πλασματικό (εδώ η λεπτομερής εξήγηση ). Έτσι π.χ. μια κυβέρνηση που δανείζεται τεράστια ποσά για να χρηματοδοτήσει πελατειακή πολιτική (που πολλοί στην χώρα μας ονομάζουν “κοινωνική), το δανεικό χρήμα που θα μπει στην οικονομία θα δημιουργήσει έναν επίπλαστο πλούτο καθώς θα αυξήσει μισθούς και συντάξεις, άρα και την κατανάλωση και εισοδήματα των επιχειρήσεων, και άρα τελικά το ΑΕΠ – δίνοντας την εντύπωση ότι οι εργαζόμενοι έγιναν πιο παραγωγικοί. Το ίδιο αποτέλεσμα θα προκαλέσει π.χ. η εκμετάλλευση κάποιου φυσικού πλούτου, π.χ. πηγών πετρελαίου: και πάλι θα αυξηθεί το ΑΕΠ και άρα θα μοιάζει να αυξάνεται η παραγωγικότητα των εργαζομένων. Άλλο παράδειγμα είναι να υπάρξει κάποιο πρόβλημα στην Τουρκία και Αίγυπτο (γείτονες χώρες που είναι ανταγωνιστές μας στον τουρισμό) και αυτό προκαλέσει άνοδο του τουριστικών εισόδων εδώ – και πάλι θα υπάρχει μια θετική επίδραση στις μετρήσεις παραγωγικότητας.

Βλέπουμε λοιπόν ότι οι μετρήσεις της παραγωγικότητας μιας οικονομίας δεν αντιπροσωπεύουν πάντα την αληθινή παραγωγικότητα της εργασίας σε αυτή την οικονομία.

Γ. Η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας

Έχοντας υπόψη αυτά τα προβλήματα αντικειμενικότητας, βλέπουμε στο παρακάτω γράφημα τα στοιχεία του ΟΟΣΑ για την εξέλιξη της παραγωγικότητας μεταξύ του 1990 και του 2015 σε μια σειρά κρατών.


Κατ' αρχάς παρατηρούμε την πολύ κακή κατάσταση της Ελλάδας. Είμαστε πρακτικά τελευταίοι στην κατάταξη και σχεδόν στο μισό του μέσου όρου της ευρωζώνης.

Είναι γνωστό σε όλους μας ότι η αληθινή παραγωγικότητα στην Ελλάδα είναι χαμηλή. Εξάλλου αποδεικνύεται από τους χαμηλούς μισθούς στον ιδιωτικό τομέα (στον δημόσιο τομέα μιας χώρας με ανεύθυνους πολιτικούς οι μισθοί δεν έχουν σχέση με την παραγωγικότητα). Μια ιδιωτική επιχείρηση λοιπόν δεν είναι δυνατό να πληρώνει υψηλούς μισθούς όταν η εργασία είναι χαμηλής παραγωγικότητας διότι τότε θα χάνει χρήματα και θα κλείσει.

Οι κύριοι λόγοι γιατί η αληθινή παραγωγικότητα στην Ελλάδα είναι χαμηλή είναι εν πολλοίς γνωστοί. Εδώ μια λίστα:

Στον δημόσιο τομέα:

  1. Οι δημόσιοι υπάλληλοι σε θέσεις εργασίας χωρίς περιεχόμενο (μερικοί ανενόχλητα περνάν τον χρόνο τους παίζοντας πασιέντζες στον υπολογιστή) ξοδεύουν ώρες “εργασίας”. Όμως πληρώνονται μέσω φόρων που απορροφούν πόρους από την τραπεζική ρευστότητα και από τις επενδύσεις πλήττοντας έτσι την παραγωγική οικονομία. Το ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα έχει η πρόωρη συνταξιοδότηση δημοσίων υπαλλήλων και μάλιστα με υψηλές συντάξεις.
  2. Οι δημόσιοι υπάλληλοι που ασχολούνται με αχρείαστη γραφειοκρατία επίσης δεν παράγουν έργο. Ή μάλλον παράγουν αρνητική αξία, και θα ήταν καλύτερα για το κοινωνικό σύνολο να παίζουν πασιέντζες.
  3. Η έλλειψη μηχανοργάνωσης, η οποία είναι σκανδαλώδης. Στην ηλεκτρονική διακυβέρνηση παρά τα τεράστια ποσά ευρωπαϊκών κονδυλίων που έχουμε δαπανήσει (περί τα 7 δις) βρισκόμαστε στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης των 28. Οι λόγοι είναι πολλοί (π.χ. διαπλοκή με τις μεγάλες επιχειρήσεις πληροφορικής, κακός στρατηγικός σχεδιασμός, γενικευμένη ανικανότητα διαχείρισης περίπλοκων έργων στο δημόσιο, κοκ), αλλά ίσως ο κύριος λόγος είναι “αντίσταση” στην μηχανογράφηση για να μην “χαθούν θέσεις εργασίας στο δημόσιο”. Αποτέλεσμα είναι φυσικά η μεγάλη μείωση της παραγωγικότητας του μέσου δημόσιου υπαλλήλου.
  4. Το χειρότερο όμως δεν είναι η σπατάλη αλλά η έλλειψη αποτελεσματικότητας. Το δημόσιο μπορεί να συνεισφέρει στην παραγωγική οικονομία όταν δημιουργεί εκείνους τους θεσμούς, που την βοηθάν να είναι ανταγωνιστική. Σημαντικότερο παράδειγμα εδώ είναι η έλλειψη σύγχρονων ελεγκτικών μηχανισμών. Εδώ η αποτελεσματικότητα του ελληνικού δημοσίου είναι μηδαμινή, και το αποτέλεσμα είναι συχνά να τιμωρούνται εκείνες οι επιχειρήσεις στον ιδιωτικό τομέα που προσπαθούν να κάνουν σωστά την δουλειά τους.
  5. Άλλη μεσοπρόθεσμα καταστροφική για την οικονομία που προκαλεί η έλλειψη αποτελεσματικότητας του δημοσίου βρίσκεται στην παιδεία. Ο Έλληνας φορολογούμενος πληρώνει ανά μαθητή υψηλότερο μισθολογικό κόστος εκπαιδευτικών απ' ότι ο πλουσιότερος Φιλανδός – και από πάνω πληρώνει τα μαλλιοκέφαλά του στην παραπαιδεία. Όμως στις εξετάσεις PISA τα παιδιά των Φιλανδών βγαίνουν πρώτα στην Ευρώπη και τα δικά μας τελευταία.

Γενικά το δημόσιο αντί να συμβάλει στην παραγωγικότητα της οικονομίας την εμποδίζει για όλους τους επάνω λόγους (υπερτροφικό μέγεθος, γραφειοκρατία, διαφθορά, έλλειψη των απαραίτητων ελέγχων, κάκιστες υπηρεσίες παιδείας, κοκ). Όλη λοιπόν η δομή του δημόσιου τομέα συμβάλει στην χαμηλή παραγωγικότητα. Δεν θα υπάρξει μια σημαντική αύξηση στην παραγωγικότητα της εργασίας των Ελλήνων αν δεν εκσυγχρονιστεί εκ βάθρων ο δημόσιος τομέας της χώρας.

Στον ιδιωτικό τομέα:

  1. Το πλήθος συντεχνιακών προνομίων που μοίρασε το πελατειακό κράτος, η διαπλοκή των επιχειρήσεων που εξαρτώνται από το κράτος, η για πολλά χρόνια επίπλαστη ευημερία με δανεικό χρήμα, η έλλειψη θεσμών που προστατεύουν την ανταγωνιστικότητα (εδώ μετράμε και την στρεβλή φορολογική νομοθεσία αλλά και η αναποτελεσματικότητα των φοροεισπρακτικών οργανισμών) – επέτρεψε σε πολλούς ελεύθερους επαγγελματίες και ιδιωτικές επιχειρήσεις να έχουν καλά κέρδη χωρίς να προσπαθούν να αυξήσουν την παραγωγικότητα.
  2. Η γραφειοκρατία, δηλ. η υποχρέωση μιας επιχείρησης να τρέχει από γραφείο σε γραφείο και να ετοιμάζει χαρτούρα μειώνει σημαντικά την παραγωγικότητα των εργαζομένων, ακριβώς διότι αντί να παράγουν αξία δουλεύουν για να αντεπεξέλθουν σε γραφειοκρατικές απαιτήσεις. Εδώ βαραίνει και το πρόβλημα της πολυνομίας, καθώς πολλοί επιχειρηματίες αντί να επικεντρωθούν στον παραγωγικό σχεδιασμό καταναλώνουν πολύ χρόνο στον σχεδιασμό του πώς θα επιζήσουν εντός ενός καφκικού θεσμικού περιβάλλοντος. (Σημείωση: Το ίδιο κακό, η γραφεικρατία, μειώνει την παραγωγικότητα της εργασίας τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα.)
  3. Η γενικευμένη διαφθορά, που αναγκάζει μια επιχείρηση να χρησιμοποιεί μέρος των εσόδων της για να πληρώνει επίορκους δημόσιους υπαλλήλους, επίσης μειώνει την παραγωγικότητα των εργαζομένων, καθώς επενδύσεις που θα αύξαναν την παραγωγικότητα (π.χ. σε μηχανήματα, σε καλύτερη επιχειρηματική οργάνωση, σε καλύτερο μάρκετινγκ, σε καλύτερη αξιολόγηση και εκπαίδευση των εργαζομένων) αντ' αυτού πηγαίνουν στο διεφθαρμένο κράτος. Εκτιμήσεις για το πόσο κοστίζει η διαφθορά στον ελληνικό λαό κυμαίνεται μεταξύ 14 δις το χρόνο (ή 8% του ΑΕΠ) στα 33 δις το χρόνο (ή 18% του ΑΕΠ). Είναι εξαιρετικά πιθανό το κόστος της διαφθοράς και της γραφειοκρατίας να πάνω από 30 δις το χρόνο – και αυτό το τεράστιο κόστος βαραίνει την παραγωγική οικονομία.
  4. Ακριβώς την ίδια αρνητική επίπτωση της διαφθοράς έχει και η υπερφορολόγηση που θεσμοθετείται όχι για να ανταποδώσει το κρότος στο κοινωνικό σύνολο και άρα και στην παραγωγική οικονομία, αλλά για να χρηματοδοτήσει πελατειακές υποχρεώσεις. Σήμερα έχουμε το δέκατο μεγαλύτερο δημόσιο στην Ευρωπαϊκή Ένωση και είμαστε όγδοοι στην πληρωμή φόρων. Όλα αυτά τα αρνητικά για την παραγωγικότητα στοιχεία έχουν αυξηθεί εντός κρίσης. Γραφειοκρατία, διαφθορά, υπερφορολόγηση τραβάν οξυγόνο από την παραγωγική οικονομία και μετά απορούμε γιατί τα πράγματα πάνε τόσο άσχημα.
  5. Οι στρεβλώσεις της εκπαιδευτικής πολιτικής έχουν δημιουργήσει υπεράριθμους επαγγελματίες. Π.χ. έχουμε ίσως πέντε φορές περισσότερους φαρμακοποιούς από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο. Όμως οι υπεράριθμοι φαρμακοποιοί που περιμένουν να μπει ένας πελάτης δεν παράγουν έργο. Παραπλήσιο πρόβλημα υπάρχει στους υπεράριθμους δικηγόρους των οποίων οι αριθμός είναι ίσως ο διπλάσιος από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο. Για να κουκουλωθούν οι συνέπειες αυτής της κακής πολιτικής το πελατειακό κράτος δημιουργεί γραφειοκρατία και νομοθετεί υποχρεωτικές υπηρεσίες και εγγυημένα κέρδη (και έτσι δίνει “εργασία” π.χ. στους δικηγόρους), αυξάνει την κατανάλωση φαρμάκων (και έτσι δίνει “εργασία” στους φαρμακοποιούς), και γενικά κτίζει ένα πλέγμα συντεχνιακών προνομίων με στόχο υπεράριθμοι επαγγελματίες να έχουν εργασία και ένα “αξιοπρεπές εισόδημα”.

Όλες οι πελατειακές στρεβλώσεις και στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα (που πολλοί στην Ελλάδα ονομάζουν “κοινωνική πολιτική”) πλήττουν την παραγωγικότητα της οικονομίας καθώς τα υψηλότερα έσοδα που θα έχουν πολλοί εργαζόμενοι χωρίς να παράγουν την αντίστοιχη αληθινή αξία κάποιος άλλος πρέπει να τα πληρώσει. Για πολλά χρόνια στην χώρα μας το κόστος του πελατειακού κράτους καλύφθηκε με δανεικά χρήματα (και εδώ βρίσκεται η απάντηση του “ποιοι τα φάγανε;”), αλλά φυσικά αυτά τα δάνεια μόνο έκρυψαν το πρόβλημα κάτω απ' το χαλί. Μέχρι που ο λογαριασμός ήρθε μαζεμένος.

Δ. Επίπλαστη παραγωγικότητα

Τέλος αξίζει τον κόπο να σημειώσουμε ότι παρότι γενικά οι πελατειακές πολιτικές των περασμένων δεκαετιών είναι ο λόγος της χαμηλής παραγωγικότητας σήμερα, πρέπει επίσης να γνωρίζουμε ότι τέτοιες πολιτικές μπορεί να δημιουργήσουν βραχυπρόθεσμα μια επίπλαστη παραγωγικότητα. Δηλαδή να καταλήξουν σε βελτίωση των στατιστικών της παραγωγικότητας παρότι τέτοια αύξηση στην ουσία δεν υπάρχει. (Λόγω της περιπλοκότητας μιας εθνικής οικονομίας είναι συχνό το φαινόμενο μια κακή για την χώρα πολιτική να παράγει βραχυπρόθεσμα θετικά αποτελέσματα – πρόκειται για ένα κρίσιμο πρόβλημα διότι ο εκλογικός κύκλος των τεσσάρων ή λιγότερο ετών είναι τόσο σύντομος που το εκλογικό σώμα μπορεί εύκολα να εντυπωσιαστεί θετικά από μια στην ουσία της κακή κυβερνητική πολιτική.)

Ας δούμε δυο παραδείγματα πώς η πελατειακή πολιτική μπορεί να αυξήσει τις μετρήσεις παραγωγικότητας:

  1. Ας θεωρήσουμε κάποια υπεράριθμη επαγγελματική ομάδα στον ιδιωτικό τομέα. Αν είχαμε μια φιλελεύθερη οικονομία τότε, λόγω του νόμου προσφοράς και ζήτησης, οι επαγγελματίες σε αυτή την ομάδα θα είχαν χαμηλό εισόδημα κατά μέσο όρο. (Παρεμπιπτόντως αυτό θα ήταν ένα υγιές αποτέλεσμα διότι τουλάχιστον αυτή η ομάδα θα σταματούσε να αυξάνεται με νέα μέλη που επιλέγουν αυτό το επάγγελμα και άρα θα σταματούσε να αυξάνεται το πρόβλημα.) Στις μετρήσεις παραγωγικότητας η συμβολή αυτής της ομάδας θα ήταν μικρή διότι θα αποτυπωνόταν μικρή αξία ανά ώρα εργασίας. Αν όμως ένα πελατειακό κράτος νομοθετήσει το “φιλολαϊκά” μέτρα εγγυημένων κερδών επιβάλλοντας στο κοινωνικό σύνολο να πληρώσει παραπάνω για την ίδια εργασία τότε φαινομενικά και μόνο η παραγωγικότητα θα αυξηθεί. Στην χώρα μας τέτοια μέτρα που αυξάνουν επίπλαστα την παραγωγικότητα είναι πλήθος, και τα βρίσκουμε σε μεγάλες επαγγελματικές ομάδες όπως φαρμακοποιοί, γιατροί, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, αρχιτέκτονες και γενικά μηχανικοί, κοκ. Τα λεγόμενα μέτρα για το “άνοιγμα” των επαγγελμάτων στο πρώτο μνημόνιο αποσκοπούσαν στην εξάλειψη αυτών των στρεβλώσεων αλλά μετά από χρόνια έχουν εφαρμοστεί μόνο κατά ένα σχετικά μικρό ποσοστό.
  2. Ας υποθέσουμε ότι ένα πελατειακό κράτος εφαρμόζει την “κοινωνική” πολιτική να μειώσει την ανεργία μέσω προσλήψεων στο δημόσιο. Σε πρώτη όψη αυτή η πολιτική μοιάζει να μην αυξάνει επίπλαστα την παραγωγικότητα, καθώς αυξάνει και τις ώρες εργασίας και το ΑΕΠ (οι αχρείαστες ώρες εργασίας προσμετρούνται, όπως προσμετράται και το εισόδημα των νέων δημοσίων υπαλλήλων στο ΑΕΠ ακόμα και αν δεν παράγουν τίποτα χρήσιμο για το κοινωνικό σύνολο). Όμως αν, όπως γινόταν στην χώρα μας, αυτοί οι άνεργοι που βολεύτηκαν στο δημόσιο κερδίζουν υψηλότερο εισόδημα απ' ότι θα κέρδιζαν αν έβρισαν εργασία στον ιδιωτικό τομέα (καθώς ο ιδιωτικός τομέα θα τους πληρώσει ανάλογα με την πραγματική τους παραγωγικότητα) τότε οι στατιστικές της εθνικής παραγωγικότητας θα αυξηθούν. Υπάρχει και μια έμμεση επίπτωση. Οι πρώην άνεργοι και νυν δημόσιοι υπάλληλοι θα ξοδέψουν μεγάλο μέρος του εισοδήματός τους στην αγορά αυξάνοντας έτσι το εισόδημα του ιδιωτικού τομέα, πράγμα που επίσης θα καταμετρηθεί στις στατιστικές ως αύξηση της παραγωγικότητας.

Όλες οι πελατειακές στρεβλώσεις κοστίζουν χρήματα και αυτό αποτυπώνεται στο πρωτογενές αποτέλεσμα της κυβέρνησης. Και πράγματι είναι εντυπωσιακό να παρατηρήσει κανείς την σχέση μεταξύ πρωτογενούς ελλείμματος και παραγωγικότητας.

Βλέπουμε ότι μεταξύ του 2000 και του 2007 το πρωτογενές έλλειμμα και η παραγωγικότητα αυξομειώνονται παράλληλα. Αν μη τι άλλο βλέπουμε κάποια υγιή κατάσταση στα έτη 2006 και 2007 καθώς τότε είχαμε σχετικά μικρά πρωτογενή ελλείμματα και σχετικά υψηλή παραγωγικότητα. Όμως μετά το 2007 παρατηρούμε την ανατροπή αυτής της παράλληλης εξέλιξης: Το 2008 και 2009 το πρωτογενές έλλειμμα αυξήθηκε κάθετα (σε αυτή την διετία η κυβέρνηση Καραμανλή έριξε άφθονο δανεικό χρήμα στην αγορά, για την ακρίβεια 37 δις ευρώ), όμως η παραγωγικότητα αντί να αυξηθεί μειώθηκε αισθητά. Ίσως εδώ βλέπουμε την εικόνα του εκτροχιασμού της πραγματικής οικονομίας. Αυτός ο “κρυφός” εκτροχιασμός είναι σημαντικότερος ακόμα από τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό, καθώς είναι πολύ πιο δύσκολο να ξανακτίσεις την παραγωγική οικονομία. Τέλος τα έτη 2010 και 2011 παρά την πολύ μεγάλη μείωση της πρωτογενής δαπάνης (είχαμε χρεοκοπήσει στις αγορές και μας δάνειζαν οι εταίροι για να αποφύγουμε τα χειρότερα) βλέπουμε μια σχετική μικρή μείωση της παραγωγικότητας. Ο πιθανός λόγος της σχετικά μικρής μείωσης είναι ότι σε αυτή την περίοδο χάθηκαν κυρίως κακοπληρωμένες θέσεις εργασίας στον ιδιωτικό τομέα αλλά διατηρήθηκαν οι καλοπληρωμένες στον δημόσιο τομέα (ή με άλλα λόγια ο ονομαστής στον ορισμό της παραγωγικότητας μειώθηκε σχετικά λιγότερο από τον παρονομαστή).

Εν κατακλείδι, μετρήσεις της παραγωγικότητας μιας οικονομίας έχουν την σημασία τους. Όμως ένα πιο αποκαλυπτικό στοιχείο για να μετρήσει κανείς την υγεία της οικονομίας είναι η ανταγωνιστικότητά της.

Διανέλος Γεωργούδης, Μάρτης 2017

Related Post

Κατηγορίες: Δραστηριότητες συνδέσμου. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.

Αφήστε μια απάντηση