ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΕΝΤΑΞΗΣ ΤΗΣ ΟΥΚΡΑΝΙΑΣ ΣΤΟ ΝΑΤΟ ΚΑΙ ΣΤΗΝ Ε.Ε.

ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΕΝΤΑΞΗΣ
ΤΗΣ ΟΥΚΡΑΝΙΑΣ ΣΤΟ ΝΑΤΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΕ
Υπτγου ε.α. Ματθαίου Σκούρα, Master of Strategic Studies

 

Ρωσικά στρατηγικά γεωπολιτικά συμφέροντα και Ουκρανία.

 

Η Ρωσία παραδοσιακά θεωρεί και χειρίζεται την Ουκρανία ως τμήμα της Ρωσικής γεωπολιτικής σφαίρας επιροής.

 

Όπως περίτρανα καταδείχθηκε από την κρίση προμήθειας του φυσικού αερίου το 2005-2006 και το 2008-2009, η Ουκρανία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές πρώτων υλών ενέργειας από την Ρωσική επικράτεια (το 70% του φυσικού αερίου της Ουκρανίας προέρχεται από την Ρωσία).

 

Η Ρωσία βλέπει με  έμφυτη εχθρότητα και  καχυποψία τις ουκρανικές φιλοδοξίες για είσοδο της στο ΝΑΤΟ, καθώς θεωρεί ότι η διάλυση της ΕΣΣΔ δεν ακύρωσε τις προηγούμενες δυτικές  δεσμεύσεις σχετικά με τη «ζώνη ασφάλειας» που υπήρξε μεταξύ του εδάφους της σημερινής Ρωσικής Ομοσπονδίας και των τότε υπαρχόντων ορίων του ΝΑΤΟ, και έτσι η επέκταση του ΝΑΤΟ ανατολικά ουσιαστικά παραβιάζει αυτές τις δεσμεύσεις.

 

Η Ρωσία και η Ουκρανία έχουν ακόμα «ανεπίλυτα / εκκρεμή ζητήματα» συμπεριλαμβανομένου και του ελλειμενισμού των μέσων του Ρωσικού Στόλου στις ελεγχόμενες από τους Ρώσσους ναυτικές βάσεις μέσα στο ουκρανικό έδαφος στη Μαύρη Θάλασσα.

 

Η Ρωσία αντιμετώπισε με καχυποψία – εχθρότητα  την εξαγωγή της Ουκρανίας προς την Δημοκρατία της Γεωργίας των πυραύλων Εδάφους – Αέρος(Ε-Α, SAM), καθώς ως γνωστόν, χρησιμοποιήθηκαν επιτυχώς ενάντια στα ρωσικά αεροσκάφη κατά τη διάρκεια της ένοπλης σύγκρουσης του Αυγούστου 2008 στη Γεωργία.

 

Ευρώπη – Ρωσία και Ενεργειακή Ασφάλεια.

 

Όπως περίτρανα κατέδειξε η προαναφερθείσα κρίση εφοδιασμού υγραερίου και η  Ευρώπη εξαρτάται από τις ενεργειακές εισαγωγές από τη Ρωσία.

 

Η μελέτη του Ινστιτούτου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Ασφάλεια (European Union institute for Security Study, EUISS) , ξεκάθαρα αναγράφει, ότι η ΕΕ ακολουθεί την προσσέγγιση, «η Ρωσία πρώτα» στην ενεργειακή πολιτική της , καθώς ενώ διεξάγει ένα σχετικά καθορισμένο διάλογο για την ενέργεια με την Ρωσία δεν υπάρχει κάποια παρόμια διευθέτηση με την Ουκρανία.

 

Σημαντικοί ευρωπαϊκοί παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας, δεν
θα θυσιάσουν τα αντίστοιχα εθνικά ενεργειακά συμφέροντα ασφαλείας τους για να εισέλθει Ουκρανία στο ΝΑΤΟ. Το ίδιο ισχύει και για τη χώρα μας.

 

Τα εθνικά συμφέροντα ασφαλείας της χώρας μας και οι διμερείς σχέσεις της με τη Ρωσία είναι πιο σύνθετα, καθώς καλύπτουν διάφορους τομείς, όπως τα υπάρχοντα ζητήματα της Κύπρου και του Αιγαίου πελάγους, των  Βαλκανίων (ΠΓΔΜ, Κόσοβο), και τις άμεσες διμερείς σχέσεις εμπορίου και μεταφοράς ενέργειας.

 

Η πρόσφατα ισχύουσα (12 Μαΐου 2009) «Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας της Ρωσικής Ομοσπονδίας μέχρι το 2020», ρητά καθορίζει: «Σε έναν ανταγωνισμό για τους ενεργειακούς πόρους, τα διάφορα ζητήματα τα οποία  περιλαμβάνουν τη χρήση στρατιωτικής δύναμης δεν μπορούν να παραβλεφθούν καθώς μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να καταστρέψει την ισχύουσα ισορροπία των δυνάμεων κοντά στα σύνορα της Ρωσικής Ομοσπονδίας και των συμμάχων της».  Είναι προφανές ότι λαμβάνοντας υπόψη την στρατιωτική παρέμβαση στο Ιράκ το Μάρτιο του 2003, και την εσωτερική σύγκρουση στην Τσετσενία, η Ρωσία θεωρεί την επέκταση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς ως απειλή για τα εθνικά συμφέροντα ασφαλείας της (συμπεριλαμβανομένης της ενεργειακής ασφάλειας και ενεργειακού ανεφοδιασμού) τα οποία δυνατόν να εμπλέξουν και την χρήση των ενόπλων δυνάμεων της όταν και όπου καταστεί αναγκαίο.

 

Κίνδυνοι Εσωτερικής Διάσπασης της Ουκρανίας.

 

Η Ουκρανία πάντα διατρέχει κίνδυνο εσωτερικής διάσπασης λόγω του ότι ο ουκρανικός πληθυσμός δεν είναι εθνικά και πολιτιστικά αραγής.  Π.χ., έχουμε τους ρωσικής καταγωγής υπηκόους και τους Ουκρανούς ορθοδόξους (διαιρεμένους μεταξύ των Πατριαρχείων Μόσχας – Κιέβου)  και τους ανατολικοκαθολικούς Ουκρανούς με ανάλογη εκπροσώπηση σε Ουκρανικές ΕΔ και δυνάμεις εσωτερικής ασφάλειας. Οι Ρώσοι των περιοχών των ουκρανικών λιμένων της Μαύρης Θάλασσας συχνά και ανοιχτά έχουν διαμαρτυρηθεί για την άφιξη πολεμικών πλοίων του ΝΑΤΟ.

Η Ουκρανία χαρακτηρίζεται ως «αδύνατο κράτος» στη μελέτη της ΕΕ ISS.

 

Υφίσταται ένας βαθμός πολιτικής αστάθειας στην Ουκρανία με ένα δυσλειτουργικό συνταγματικό σύστημα. Αυτή η πολιτική αστάθεια ενισχύεται από τις ιδιάζουσες σχέσεις μεταξύ της «ελίτ» του πολιτικού συστήματος και της «ελίτ» των επιχειρηματιών και της ενδημικής διαφθοράς. Μια ομάδα επιχειρηματικής ολιγαρχίας που περιλαμβάνει και αρκετούς πολιτικούς εξουσιάζει / ελέγχει  ουσιαστικά την ουκρανική οικονομία και έχει επωφεληθεί από τις αδιαφανείς ιδιωτικοποιήσεις των διαφόρων κρατικών βιομηχανιών. Π.χ., η κα Yulia Tymoshenko, μια σημαντική προσωπικότητα της ουκρανικής κυβέρνησης και πολιτικής γενικότερα, φέρεται ότι έχει συσσωρεύσει προσωπική περιουσία η οποία υπολογίζεται στο ποσό του ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων ΗΠΑ.    Ένας άλλος βιομήχανος ελέγχει μονοπωλιακά το 70% όλων των σιδηροδρομικών μεταφορών της Ουκρανίας.  Μερικοί από αυτούς τους επιχειρηματίες και διαπλεκόμενους πολιτικούς έχουν αντίστοιχες διασυνδέσεις και επιχειρηματικές συναλλαγές με ρώσους ομολόγους των.   Σε αντίθεση το περιοδικό, The Economist  ανέφερε στις αρχές του 2008 ότι το μέσο ετήσιο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ) κατά κεφαλήν στην Ουκρανία ανήλθε σε 3.307 δολάρια ΗΠΑ τη στιγμή που το αντίστοιχο του Λιβάνου ήταν πολύ μεγαλύτερο, περί τα 5.620 δολάρια ΗΠΑ παρόλο που ο Λίβανος είναι πολύ μικρότερη χώρα και η οικονομία του υπέφερε σημαντικά λόγω του γνωστού πολέμου του 2006 μεταξύ του Ισραήλ και της Hezbollah.

Τα ρωσικά συμφέροντα και οι εμπορικές σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών επηρεάζουν σημαντικά την ουκρανική οικονομία. Η Ρωσία απορροφά το 25.2% των ουκρανικών εξαγωγών, και κατέχει το 29.1% των ουκρανικών εισαγωγών. Αν και οι άμεσες ρωσικές επενδύσεις στην Ουκρανία βρίσκονται στην 7η θέση, ακόμα πίσω και από αυτών των ΗΠΑ, ένα μεγάλο μέρος των ρωσικών επενδύσεων βρίσκεται πίσω από τις κατ΄ όνομα μόνο (εικονικές) ξένες εταιρείες.   Π.χ., η Κύπρος κατέχει την 2η θέση στις άμεσες επενδύσεις στην Ουκρανία οι οποίες τον  Απρίλιο του 2007 ανήλθαν στα  5.69 τρισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ (η παρουσία ρωσικού κεφαλαίου μέσω των καταχωρημένων ως κυπριακών επιχειρήσεων είναι μάλλον προφανής).   Η Τουρκία απορροφά το 5.9% των εξαγωγών της Ουκρανίας.

 

Ο συνδυασμός της πολιτικής αστάθειας, η έλλειψη ισχυρών κυβερνητικών μηχανισμών, η μεγάλη συγκέντρωση του οικονομικού πλούτο της χώρας και οι δυσμενείς διεθνείς οικονομικές συνθήκες, αυξάνουν τους κινδύνους εσωτερικών αναταραχών στην Ουκρανία με αποτέλεσμα αυτοί οι κίνδυνοι να μην καθιστούν την Ουκρανία μια εύκολη υποψήφια χώρα για την είσοδό της στο ΝΑΤΟ.

 

Επειδή η Ρωσία  εξασκεί ισχυρή πολιτική και οικονομική επιρροή σε μεγάλο φάσμα των ουκρανικών υποθέσεων, δεν θα διστάσει να χειριστεί τις πολιτικές και κοινωνικοοικονομικές εξελίξεις στην Ουκρανία σύμφωνα με τα εθνικά συμφέροντα ασφαλείας της.

 

Μέχρι τώρα, οι ουκρανικές Ένοπλες Δυνάμεις και οι εσωτερικές δυνάμεις ασφάλειας έχουν διατηρήσει έναν απαραίτητο βαθμό συνοχής παρά την εσωτερική πολιτική αστάθεια και  αναταραχή λόγω της «Πορτοκαλή Επανάστασης». Παρόλα αυτά, οι ουκρανικές Ένοπλες Δυνάμεις πάσχουν από τις ανεπαρκείς δημοσιονομικές δαπάνες για να έχουν σημαντικά οφέλη από τον εκσυγχρονισμό, την εκπαίδευση – κατάρτιση και άλλα σχετικά προγράμματα μεταρρύθμισης.  

 

Ουκρανικές Προτεραιότητες, ΝΑΤΟ ή ΕΕ;

 

Η εσωτερική αστάθεια της Ουκρανίας την κατατάσσει την παρούσα περίοδο ως προβληματικό υποψήφιο για ένταξή της στο ΝΑΤΟ ή την ΕΕ.

 

Η ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ εμπεριέχει κινδύνους και δαπάνες για την ίδια αλλά και για τα μέλη της συμμαχίας (ειδικά για μερικά μέλη της που είναι επίσης μέλη της ΕΕ και έχουν ειδικά  εθνικά συμφέροντα ασφαλείας, όπως η χώρα μας).

 

Κίνδυνοι ρωσικής αντίδρασης (π.χ., πιθανή χρήση του ενεργειακού όπλου,  ισχυρότερη παρέμβαση στις εσωτερικές ουκρανικές εξελίξεις, κ.λπ.).

 

Η είσοδος της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ θα προκαλέσει σημαντικές οικονομικές δαπάνες για την προμήθεια στρατιωτικού εξοπλισμού συμβατού με εξοπλισμό των Ενόπλων Δυνάμεων των νατοϊκών χωρών.  Αυτό δεν σημαίνει αυτόματα αύξηση των άμεσων επενδύσεων από τα κράτη μέλη του ΝΑΤΟ στην ουκρανική οικονομία, π.χ., για τον εκσυγχρονισμό των ουκρανικών βιομηχανικών βάσεων και υποδομών.  Αντίθετα οι κίνδυνοι πιθανής ρωσικής αντίδρασης είναι δυνατόν τελικά να αποθαρρύνουν τις άμεσες ξένες επενδύσεις στην Ουκρανία (άραγε, πόσες άμεσες ξένες επενδύσεις κατευθύνονται στη Δημοκρατία της Γεωργίας μετά από τη ρωσική στρατιωτική επέμβαση του Αυγούστου 2008;).

 

Η ενταξιακή διαδικασία της Ουκρανίας στην ΕΕ είναι μια πολύ πιο αργή διαδικασία αλλά  εμπεριέχει μακροπρόθεσμα περισσότερο συγκεκριμένα και ουσιαστικά κοινωνικοοικονομικά και πολιτικά οφέλη.

 

Η διαδικασία προσχώρησης της Ουκρανίας μπορεί να συμφιλιώσει, τις πρώτης προτεραιότητας, σχέσεις με τη Ρωσία ορισμένων μεμονωμένων κρατών μελών της ΕΕ, με τη συλλογική πολιτική της ΕΕ των πολιτικών και οικονομικών σχέσεων με την Ουκρανία. Από αυτή την άποψη η ΕΕ διαδραματίζει σημαντικό πολιτικό ρόλο σε αυτήν την ευρωπαϊκή περιοχή που θα θεωρείται ως «πολιτικά ουδέτερη» από τη Ρωσία.

 

Μια διαδικασία προσχώρησης στην ΕΕ θα παράσχει στην Ουκρανία τα απαραίτητα κίνητρα για σημαντικές εσωτερικές, δομικές νομικές, πολιτικές και κοινωνικοοικονομικές μεταρρυθμίσεις (π.χ.,μεταρρυθμίσεις διαδικασίας προσχώρησης της ΕΕ της Τουρκίας από την κυβέρνηση του πρωθυπουργού Tayip Ερντογάν).

 

Η Ουκρανία μπορεί να αποτελέσει τη «γέφυρα» μεταξύ της ΕΕ και της Ρωσίας (έως τη στιγμή που και η Ρωσία μπορεί να αποφασίσει να προσχωρήσει στην ΕΕ).

 

Η Ουκρανία είναι σίγουρο ότι θα ωφεληθεί από τα οικονομικά επενδυτικά προγράμματα υποστήριξης και υποδομών από μέρους  της ΕΕ.

 

   Ματθαίος Σκούρας
                                                                                    Υπτγος ε.α.
                                                                     Master of Strategic Studies

 

Related Post

Κατηγορίες: 'Αρθρα. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.

Αφήστε μια απάντηση