ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΜΟΥΝΟΥΧΩΝ

Τραγούδια μουνούχων

Photo: Ολυμπία Κρασαγάκη

Το χειρότερο με τους σημερινούς αστέρες της πίστας δεν είναι πως κλέβουν πιθανόν την εφορία, ότι εκφέρουν νεοναζιστικές είτε απλώς βλακωδέστατες απόψεις ή πως εμφανίζονται μπροστά σε ανθρώπους, οι οποίοι -ερχόμενοι στο τσακίρ κέφι- δαπανούν σε αλκοόλ και σε λουλούδια πακτωλούς χρημάτων, υπόπτου μάλλον προελεύσεως.

Το χειρότερο με τους σημερινούς αστέρες της πίστας είναι τα τραγούδια τους.

Η φοροκλοπή υπήρξε επί δεκαετίες δεύτερη φύση εκατομμυρίων Ελλήνων, κάθε κοινωνικής προέλευσης και μορφωτικού επιπέδου. Παραμένει δε γλυκιά αμαρτία για πάμπολλους από όσους μπορούν ακόμα να την εξασκήσουν – εάν δε τους πιάσεις στα πράσα και τους φέρεις στο φιλότιμο, συχνά την ονομάζουν ανερυθρίαστα «πράξη αντίστασης» απέναντι στο μνημονιακό καθεστώς και στην αιμοβόρο τρόικα. Μιλάμε για ευυπόληπτους πολίτες -γιατρούς και δικηγόρους- και όχι για φτωχόπαιδα, που η μοίρα τους χαμογέλασε διάπλατα και εν μια νυκτί τούς μεταμόρφωσε από ηλεκτρολόγους και γκαρσόνια, σε χρυσά λαρύγγια.

Το ανάλογο ισχύει -κατά τη γνώμη μου- και για τις ανοησίες που κατά καιρούς εκστομίζουν τα χρυσά λαρύγγια μας, προξενώντας ρίγη αγανάκτησης στη διαδικτυωμένη Ελλάδα. Αλοίμονο σε μία κοινωνία που παίρνει στα σοβαρά τις πολιτικές απόψεις του κυρίου Νότη Σφακιανάκη (ο οποίος δεν αξιώθηκε -και το αναφέρω δίχως ίχνος ειρωνείας- να τελειώσει το δημοτικό σχολείο) ή κεραυνοβολεί τον κύριο Αντώνη Ρέμο επειδή απευθύνθηκε νοερά στον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε με το ίδιο περίπου ιταμό ύφος που έχουν κατά καιρούς υιοθετήσει αρκετοί βουλευτές ακόμα και αρχηγοί κομμάτων.

Σχετικά τέλος με τα πρώτα τραπέζια-πίστα και τις «ζημιές» εκατομμυρίων ευρώ που κάνουν στην Αθήνα και στη Μύκονο, σας έχω νέα: Οι καλλιτέχνες που επιλέγουν το κοινό τους είναι στην ιστορία της ανθρωπότητας μετρημένοι στα δάκτυλα. Ο μέγας μαέστρος Βίλχελμ Φουρτβένγκλερ διηύθυνε την Ενάτη του Μπετόβεν ενώπιον του Αδόλφου Χίτλερ. Ο μέγιστος Βασίλης Τσιτσάνης πρωτόπαιξε πολλά από τα αριστουργήματά επί Κατοχής στη Θεσσαλονίκη, σε ένα κέντρο όπου σύχναζαν μαυραγορίτες…

Το χειρότερο με τους σημερινούς αστέρες της πίστας είναι τα τραγούδια τους. Η ποιότητά του και κυρίως το ήθος, το οποίο εκφράζουν και ενδεχομένως διαμορφώνουν.

Δεν θα αναλάβω ρόλο μουσικοκριτικού είτε κριτικού λογοτεχνίας, για να σαρκάσω τις ανέμπνευστες μελωδίες -μισή ώρα ψάξιμο στο συνθεσάιζερ όταν δεν είναι κλεμμένες-, το πάμπτωχο λεξιλόγιο και τις πιο αναμενόμενες κι απ’ τα μπουρίνια τον Αύγουστο ομοιοκαταληξίες. Θα «παραμερίσω τα πέταλα του νυχτολούλουδου» (για να δανειστώ μια από τις προσφιλείς εικόνες τους) και θα μπω στην αισθητική και στη φιλοσοφία που μοιράζονται με τους ακροατές τους. Κάθε καλλιτεχνικό προϊόν -ακόμα και το ευτελέστερο- έχει μια αισθητική και μια φιλοσοφία.

Στα ομηρικά έπη -όπως και στα δημοτικά τραγούδια-, οι άντρες είναι όμορφοι, γενναίοι, πολεμοχαρείς και πολυμήχανοι. Οι δε γυναίκες, καλλονές που ξεσηκώνουν ολέθρια πάθη ή πυργοδέσποινες αφοσιωμένες στο στεφάνι τους και στη μητρότητα.

Στα ρεμπέτικα και στα κατοπινά τους λαϊκά, οι άντρες άλλοτε καμαρώνουν για το σκαμμένο από τη σκληρή δουλειά πλην πεντακάθαρό τους κούτελο κι άλλοτε βρίσκονται σε διαρκή σύγκρουση με το κοινωνικό κατεστημένο – είναι «απόκληροι», «κυνηγημένοι», «αλάνια», «τρελοί τσιγγάνοι»… Βρίσκονται στη δική τους φάση, όπως θα το έθετε ο Άκης Πάνου, «δεν κάνουνε για γάμο και για σπίτι» όπως το έλεγε ο Τσιτσάνης. Σε κάθε περίπτωση, διαθέτουν έναν αυστηρό προσωπικό κώδικα που και όταν συγκρούεται με τα χρηστά ήθη, εμπνέει σεβασμό. Οι γυναίκες που ερωτεύονται και υμνούν οι άντρες του ρεμπέτικου και του λαϊκού είναι «μποέμισες», «μάγισσες», «παράξενες κοπέλες»… Κορυφαίο αρσενικό και θηλυκό χάρισμα αποτελεί το τσαγανό και η χαρά της ζωής. Οι ήρωες των τραγουδιών αυτών εννιά φορές σωριάζονται απ’ τα χαστούκια της ζωής, δέκα φορές σηκώνονται στα πόδια τους και προχωράνε.

Μία κατηγορία ανθρώπου αποστρέφονταν στο έργο τους ο Βαμβακάρης και ο Παπαϊωάννου, ο Χιώτης και ο Ζαμπέτας: Το έρμαιο των καταστάσεων. Τον ασπόνδυλο κλαψιάρη. Τον θρασύδειλο ψευτόμαγκα. Στο ιδιοφυές «Πέντε Μάγκες στον Περαία», ο Γιοβάν Τσαούς απαριθμεί τους άξιους περιφρόνησης: Είναι οι «κορτάκηδες» -οι σαχλογκόμενοι, όπως θα τους λέγαμε σήμερα-, είναι τα «πιτσιρίκια» -οι μαμόθρεφτοι φλώροι-, είναι και οι «πρεζάκηδες» αφού, ως γνωστόν, η ηρωίνη διαλύει τη ραχοκοκαλιά του χρήστη και τον κάνει να σούρνεται αξιοθρήνητος. Οι δύο πρώτοι ανθρωπότυποι -εν μέρει δε και ο τρίτος- τραγουδάνε και αποθεώνονται στις σημερινές πίστες με τη φωνή των χρυσοπληρωμένων αστέρων.

Τα σουξέ, κατ’ αρχήν, της εποχής μας είναι σχεδόν μονοθεματικά: Ο έρωτας κυριαρχεί. Μηδαμινό αφήνει περιθώριο για οποιοδήποτε άλλο συναίσθημα ή δραστηριότητα. Ο έρωτας και η συνεπαγόμενη διάψευση και συντριβή.

Πρώτη – ενδεχομένως και μοναδική- αρετή των ανδρών είναι η καλοσύνη τους. Διαθέτουν καρδιά μάλαμα, την οποίαν και περιφέρουν ανυποψίαστοι -σαν λιχουδιά σε ασημένιο δίσκο- σε έναν κόσμο πονηρών, αδίστακτων θηλυκών. Οι κακές αυτές γυναίκες (σεξουαλικά αλλά και καταναλωτικά ακόρεστες όπως προκύπτει από τους στίχους αλλά και από το ύφος που έχουν οι πολυφωτογραφημένες στα λαϊκά περιοδικά κυρίες του πενταγράμμου μας), οι Σειρήνες του 21ου αιώνα, απομυζούν τους άνδρες και κατόπιν τους παραμερίζουν για να δοθούν στο επόμενο θύμα τους. Κι εκείνοι οι άμοιροι τι κάνουν; Εκδικούνται; Φιλοσοφούν; Σηκώνουν έστω αδιάφορα τους ώμους; Όχι! Συντρίβονται ψυχικά, κλαίνε μέχρις αφυδατώσεως των δακρυγόνων τους αδένων και το ρίχνουν στις καταχρήσεις. Καπνίζουν δύο, τρία, πέντε πακέτα και ρουφούν τέτοιες ποσότητες αλκοόλ, ώστε βγαίνουν εκτός εαυτού. Ασχημονούν και γίνονται ρεζίλι μες στο μαγαζί ώσπου στο τέλος τούς πετάνε έξω κλωτσηδόν. Και τότε, σαν στυμμένες λεμονόκουπες ή σαν το κέρμα στο ζητιάνο, με τον αέρα να φυσάει απ’ το σπασμένο τους το τζάμι, κοιμούνται για μια νύχτα κατάχαμα και το επόμενο πρωί γυρίζουν στην παλιά τους γειτονιά. Επιστρέφουν συγκεκριμένα στη μάνα τους.

Η μάνα για τους άνδρες των εν λόγω τραγουδιών δεν είναι απλώς πιο γοργοεπήκοος και πιο παρηγορήτρα και από την Παναγία. Είναι το Άλφα και το Ωμέγα. Το λιμάνι που δεν θα έπρεπε ποτέ να έχουν εγκαταλείψει. Η φωλιά απ’ την οποίαν δεν θα έπρεπε ποτέ να έχουν ξεμυτίσει. Ένας τρόπος υπάρχει για την κακιά -άλλη- γυναίκα να εξιλεωθεί που απέκοψε τον κανακάρη από τον μητρικό μαστό: Να σκύψει το κεφάλι και να δηλώσει υποταγή άνευ όρων στην πεθερά. Εάν μπει στη σύμβαση, ο χρόνος θα την ανταμείψει: Σε 2-2,5 δεκαετίες, εφόσον -πρώτα ο Θεός- αποκτήσει αρσενικά παιδιά, θα κάτσει και η ίδια στον χρυσοποίκιλτο θρόνο της πεθεράς.

Η παραπάνω ψυχική στάση και συμπεριφορά σερβίρεται -οσάκις οι καιροί το επιτάσσουν- και σε κοινωνικοπολιτική παραλλαγή: Τώρα με την κρίση, οι αστέρες της πίστας υποδύονται ενίοτε όχι τον παρατημένο τζιτζιφιόγκο αλλά τον προδομένο ελληνικό λαό. Αποθεώνουν και προσκυνούν όχι τη δόλια μάνα αλλά τη μάνα-Ελλάδα. Κι αντί να κατακεραυνώνουν τις άπιστες που ρίχνουν τα αγόρια στα πατώματα, καταριούνται τους πολιτικούς. Το βαθύ νόημα παραμένει ωστόσο ακριβώς το ίδιο: Είμαστε και το καυχιόμαστε κορτάκηδες -ανδρείκελα που η αισθηματική τους διάρροια τα άγει και τα φέρει-, πιτσιρίκια -καθηλωμένοι στην παιδική, ανεύθυνη ηλικία-, βουλιάζουμε δε υπερήφανα στις καταχρήσεις όπως οι πρεζάκηδες.

Το χειρότερο με τους σημερινούς αστέρες της πίστας είναι τα τραγούδια τους. Τραγούδια μουνούχων.
Τρομάζω στην υποψία πως απευθύνονται και σε λαό μουνούχων.

ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΧΩΜΕΝΙΔΗ ΑΠΟ ΤΟ PROTAGON

ένα άρθρο των πρωταγωνιστών

Related Post

Κατηγορίες: 'Αρθρα. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.

Αφήστε μια απάντηση