Οι πολιτικές εξελίξεις, η οικονομική και ενεργειακή κρίση δείχνουν να ευνοούν τα κόμματα της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς, που ετοιμάζονται για ένα εντυπωσιακό και άκρως ανησυχητικό come back.

Είναι κοινό μυστικό αυτή την περίοδο στην Ευρώπη ότι ο φόβος της ακροδεξιάς επέλασης έχει αρχίσει να κυριεύει τα επιτελεία των παραδοσιακών κομμάτων. Όλα δείχνουν δε ότι θα γίνει ακόμη μεγαλύτερος μετά τις δύο επικείμενες εκλογικές αναμετρήσεις: Αυτή την Κυριακή στη Σουηδία και σε δύο εβδομάδες στην Ιταλία.

Στην περίπτωση της Σουηδίας, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η μάχη ανάμεσα στον κυβερνώντα κεντροαριστερό συνασπισμό της Μαγκνταλένα Άντερσον και το μπλοκ της Δεξιάς θα κριθεί κυριολεκτικά στο νήμα – όπως, άλλωστε, συνέβη και το 2018.

  • Διαβάστε επίσης: Η Ιταλία ξυπνάει τους εφιάλτες του 2008

Η διαφορά, αυτή τη φορά, είναι ότι στο δεύτερο στρατόπεδο μεγάλος πρωταγωνιστής δεν θα είναι, όπως συνέβαινε μέχρι σήμερα, οι Μετριοπαθείς, αλλά το ακροδεξιό κόμμα των Σουηδών Δημοκρατών.

«Να κάνουμε ξανά μεγάλη τη Σουηδία!»

«Είναι καιρός ο σουηδικός λαός να μας δώσει μια ευκαιρία. Είναι καιρός να μας δώσει την ευκαιρία να κάνουμε ξανά μεγάλη τη Σουηδία», είπε πρόσφατα ο ηγέτης τους, Τζίμι Άκεσον, μιλώντας σε ένα πλήθος υποστηρικτών του στην πόλη Χέλσινμποργκ – αντιγράφοντας το γνωστό σύνθημα του Ντόναλντ Τραμπ.

Ο ίδιος, φυσικά, δεν έχει ελπίδα να γίνει πρωθυπουργός, ακόμη και εάν ο δεξιός συνασπισμός επικρατήσει στις εκλογές. Κι αυτό διότι τα υπόλοιπα κόμματα έχουν ήδη ξεκαθαρίσει πως δεν θα τον αποδεχτούν σε αυτή τη θέση. Παρ’ όλα αυτά, είναι φανερό πως σε μια τέτοια περίπτωση και ειδικά εφόσον οι Σουηδοί Δημοκράτες αναδειχθούν δεύτερη δύναμη πανεθνικά, ο λόγος του θα είναι καθοριστικός όσον αφορά στη διαμόρφωση της πολιτικής της νέας κυβέρνησης.

Η Μελόνι, η Ιταλία και η ΕΕ

Δεν χωράει αμφιβολία, φυσικά, ότι το μεγάλο διακύβευμα είναι η Ιταλία. Πρόκειται, άλλωστε, για την τρίτη μεγαλύτερη χώρα της ΕΕ, η οποία έχει ειδικό βάρος σαφώς μεγαλύτερο από εκείνο της Σουηδίας, σε βαθμό που είναι σε θέση να αλλάξει συνολικά τις πολιτικές ισορροπίες εντός της Ευρώπης.

Εκεί, λοιπόν, τα πράγματα μοιάζουν να είναι ακόμη πιο ξεκάθαρα – και ανησυχητικά. Η αιτία δεν είναι άλλη από το γεγονός ότι ολοένα περισσότεροι εκτιμούν πως το προβάδισμα που διατηρεί το στρατόπεδο των τριών κομμάτων της Δεξιάς ενόψει των (πρόωρων) εκλογών της 25ης Σεπτεμβρίου είναι πλέον πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να αντιστραφεί. Κι αυτό, με τη σειρά του, σημαίνει ότι η επόμενη πρωθυπουργός της χώρας, στη θέση του Μάριο Ντράγκι, θα είναι ο Τζόρτζια Μελόνι.

Πρόκειται, όπως είναι γνωστό, για την επικεφαλής του κόμματος Αδέλφια της Ιταλίας, που φέρεται να προηγείται σε όλες τις δημοσκοπήσεις, διευρύνοντας μάλιστα αργά αλλά σταθερά, τη διαφορά του από τους δεύτερους Δημοκρατικούς. Παρά δεν την προφανή προσπάθεια της Μελόνι να το καταστήσει αποδεκτό από την πλειοψηφία των Ιταλών και το πολιτικό κατεστημένο της χώρας, ουδείς μπορεί να κρύψει ότι το συνδέει μια ευθεία γραμμή συγγένειας με τους νεοφασίστες.

Γαλλία, Ισπανία, Πορτογαλία

Το σίγουρο είναι πως εάν η Μελόνι πάρει τα ηνία της Ιταλίας και αποτελέσει τον συνομιλητή των άλλων ηγετών, πολλά θα αλλάξουν. Πολύ περισσότερο καθώς ανάλογες τάσεις, έστω και όχι (για την ώρα…) τόσο ισχυρές, εμφανίζονται και σε άλλα κράτη-μέλη.

Στην Ισπανία, για παράδειγμα, το ακροδεξιό και σκοταδιστικό Vox μοιάζει να έχει καπαρώσει την τρίτη θέση και να κερδίζει διαρκώς έδαφος. Παρά δε το ότι απέχει πολύ από το να φτάσει τις επιδόσεις των Ιταλών «Αδελφών», με τα σημερινά δεδομένα είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα έχει θέση στην επόμενη κυβέρνηση, ως εταίρος του Λαϊκού Κόμματος. Αλλά και στην Πορτογαλία, το εξίσου αντιδραστικό Chega καταγράφει επίσης ανοδικές τάσεις και βρίσκεται στην τρίτη θέση με διψήφιο ποσοστό.

Όσο για τη Γαλλία, το γεγονός και μόνο ότι η Μαρίν Λεπέν ξεπέρασε το 41% στον δεύτερο γύρο των φετινών προεδρικών εκλογών και το κόμμα της κέρδισε 11 φορές περισσότερες έδρες σε σύγκριση με το 2017 στις βουλευτικές που ακολούθησαν, ασφαλώς λέει πολλά.

Όσοι διαρρηγνύουν τώρα τα ιμάτιά τους μπροστά στην απειλή, θα όφειλαν – και θα μπορούσαν – να το έχουν σκεφτεί πολύ νωρίτερα. Και να αναλάβουν δράσεις που θα έκλειναν τον δρόμο στην Ακροδεξιά, αντί να τον στρώνουν…

Πηγή: ot.gr