ΓΙΑΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΥΖΗΤΑΜΕ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

 

Του Σταθη Καλυβα*

Με τι θα μοιάζει άραγε η Ελλάδα του 2023; Το μέλλον δεν μπορεί να προβλεφθεί: φανταστείτε κάποιον που θα επιχειρούσε να περιγράψει τη σημερινή Ελλάδα το 2003. Εκείνο που μπορεί να γίνει όμως είναι μια συζήτηση γύρω από τη διατύπωση υποθέσεων για το πώς θα διαμορφωθεί η επόμενη μέρα. Τη συζήτηση αυτή την αποφεύγουμε. Από τη μία η κοινωνία μας δεν έχει μάθει να συζητά. Η ανταλλαγή απόψεων γίνεται συνήθως με όρους γηπέδου, φοιτητικού αμφιθεάτρου και τηλεοπτικού παραθύρου, όπου στόχος είναι η επιβολή – και μάλιστα εκείνου που φωνάζει δυνατότερα, ειρωνεύεται σκαιότερα και βρίζει χυδαιότερα. Από την άλλη, το μέλλον δικαιολογημένα φοβίζει και έτσι πείθουμε τον εαυτό μας πως αποφεύγοντας να το συζητήσουμε ίσως καταφέρουμε να το αποφύγουμε.

Αν αντίθετα δεχτούμε πως έχει νόημα μια τέτοια συζήτηση, πρέπει να ξεκινήσουμε σκιαγραφώντας την καλύτερη και χειρότερη εκδοχή του πιθανού αυτού μέλλοντος. Η πρώτη έχει ως αφετηρία της τη διευθέτηση της ευρωπαϊκής κρίσης που θα βαθύνει τη διαδικασία ευρωπαϊκής ενοποίησης εξασφαλίζοντας οικονομικά το μέλλον της χώρας και ωθώντας την να κινηθεί στον δρόμο των μεταρρυθμίσεων μέσω πολυδιάστατων θετικών κινήτρων. Το αποτέλεσμα θα ήταν η εξέλιξή της σε αυτό που πολλοί από μας αποκαλούν «κανονική» χώρα. Θα λειτουργούσε δηλαδή πάνω-κάτω όπως οι πιο ανεπτυγμένες Δυτικές κοινωνίες, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει πως θα έχανε όλες της τις θετικές ή αρνητικές ιδιαιτερότητες. Μια τέτοια προοπτική δεν ισοδυναμεί βέβαια με λύση σε όλα (ή τα περισσότερα) προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι κοινωνίες. Ας μην ξεχνάμε όμως πως παρότι οι Δυτικές κοινωνίες αντιμετωπίζουν πολλά προβλήματα, δεν παύουν να παραμένουν ό,τι καλύτερο έχει αναδείξει η ανθρωπότητα.

Λίγοι είναι αυτοί σήμερα που θεωρούν ρεαλιστική μια τέτοια εκδοχή και αυτό γιατί το παρόν αναπόφευκτα χρωματίζει την αντίληψή μας για το μέλλον. Οι πιο αισιόδοξοι θεωρούν πως στην καλύτερη περίπτωση η Ελλάδα θα κατορθώσει να αποφύγει τα χειρότερα, ουσιαστικά φυτοζωώντας. Δυστυχώς όμως είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πώς μια συνεχής πτώση μπορεί να μην έχει πολύ άσχημη κατάληξη. Με τι θα μοιάζει μια τέτοια κατάληξη; Ο Λουκάς Τσούκαλης έθετε πρόσφατα αυτό ακριβώς το ερώτημα: «αν πράγματι ζούμε το τέλος μιας εποχής, τι άραγε θα επακολουθήσει;». Πρόσθετε πως «ειλικρινά, δυσκολεύομαι να συναρμολογήσω ένα σενάριο για το μετά, ίσως γιατί δεν μπορώ να διαχειριστώ αυτό που πιθανόν να προκύψει από μια τέτοια άσκηση. Και έτσι, το αποφεύγω».

Ας προσπαθήσουμε να το συναρμολογήσουμε. Θεωρώ πως η χειρότερη εκδοχή δεν θα ήταν κάτι το δραματικό, όπως ένας εμφύλιος πόλεμος ή η γενικευμένη αναρχία. Θα ήταν απλούστατα μια μεγέθυνση της σημερινής πραγματικότητας. Οπως όμως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, αυτό θα ισοδυναμούσε με ποιοτική και όχι μόνο ποσοτική αλλαγή. Για να δώσω δύο παραδείγματα, η διαφθορά θα γινόταν κανόνας και όχι εξαίρεση της καθημερινότητας, κάτι που είναι δύσκολο να φανταστούμε παρά το γεγονός πως όλοι μας έχουμε εμπειρίες με περιστατικά διαφθοράς. Παράλληλα, η ανομία θα έπαιρνε τεράστιες διαστάσεις, καλύπτοντας το κενό που αναπόφευκτα θα άφηνε ένα συρρικνωμένο κράτος. Οι άνθρωποι θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν καθημερινές απειλές και εκβιασμούς. Συγχρόνως θα επικρατούσαν συνθήκες οικονομικού τέλματος και κοινωνικής ασφυξίας. Επειδή είναι πάντα ευκολότερο να σκεφτόμαστε με παραδείγματα, θα επέλεγα ως πλέον καίρια κάποιες μετασοβιετικές χώρες με τις οποίες μοιραζόμαστε κοινά πολιτιστικά χαρακτηριστικά, όπως π.χ. η Ρουμανία και η Αρμενία. Κάτω από τις συνθήκες αυτές η υποχώρηση της δημοκρατίας θα αποτελούσε μια φυσιολογική εξέλιξη. Στον σημερινό κόσμο η εξέλιξη αυτή δεν ισοδυναμεί με την αντικατάσταση του κοινοβουλευτικού καθεστώτος από μια δικτατορία, αλλά παραπέμπει στην υποκατάστασή του από κάτι που οι πολιτικοί επιστήμονες αποκαλούν «υβριδικά» καθεστώτα, στα οποία λειτουργούν ώς ένα βαθμό σχετικά ελεύθερες εκλογές και κοινοβουλευτικοί θεσμοί, αλλά στην πράξη έχουν περιορισμένη ισχύ, ενώ συγχρόνως περιορίζονται δραστικά οι ατομικές ελευθερίες. Η Ρωσία του Πούτιν και η Βενεζουέλα του Τσάβες αποτελούν δύο τέτοια παραδείγματα.

Αναμφίβολα, κάποιοι θα διαφωνήσουν με την ανάλυση αυτή. Για παράδειγμα, ορισμένοι ταυτίζουν την καλύτερη εκδοχή με κάτι διαφορετικό από το Δυτικό πρότυπο. Ομως, στη συζήτηση αυτή θα έπρεπε να προσδιορίσουν τι ακριβώς έχουν στο μυαλό τους και πού ακριβώς υπάρχει το μοντέλο αυτό. Αν πράγματι δεν υπάρχει, τότε θα έπρεπε να παραδεχθούν πως προσβλέπουν σε μια ουτοπία. Αντίστοιχα, πολλοί είναι εκείνοι που θεωρούν πως το παρόν ισοδυναμεί και με τη χειρότερη δυνατή εκδοχή του μέλλοντος, πως, δηλαδή, τα πράγματα δεν γίνεται να χειροτερέψουν. Η συζήτηση αυτή θα τους ανάγκαζε να εξηγήσουν πού ακριβώς βασίζουν την άποψη αυτή και θα τους πίεζε να συγκρίνουν τη σημερινή πραγματικότητα της Ελλάδας με αυτήν των γειτονικών μας Βαλκανικών χωρών, για να μην πάμε και πιο μακριά. Και στις δύο περιπτώσεις, η πραγματικότητα θα συγκρουόταν είτε με την ουτοπία είτε με την άγνοια και θα μας πίεζε να δούμε τα πράγματα διαφορετικά και ενδεχομένως να λειτουργήσουμε αναλόγως.

* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale.

ΠΗΓΗ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Κατηγορίες: Δραστηριότητες συνδέσμου. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.

Αφήστε μια απάντηση