ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΕΝΑ ΘΑΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΕΘΑ

Ζητείται ένα θαύμα για την ΣΕΘΑ*

Π. Καρβουνόπουλος 16/02/2017 | 

Του Παναγιώτη Μαυρόπουλου, Απόστρατου Αξιωματικού

Η Σχολή Εθνικής Αμύνης (ΣΕΘΑ) είναι το τελευταίο θεσμοθετημένο εκπαιδευτικό στάδιο της δια βίου μάθησης των αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων. Αποστολή της είναι η εκπαίδευση των σπουδαστών (Αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων, των Σωμάτων Ασφαλείας, του Πυροσβεστικού και του Λιμενικού Σώματος, καθώς και υπαλλήλων των Υπουργείων, Οργανισμών και Επιχειρήσεων Δημοσίου ή Ιδιωτικού Δικαίου) σε θέματα στρατηγικής εθνικής ασφαλείας, ως του εθνικού σχεδίου για τη συντονισμένη χρήση όλων των συντελεστών ισχύος του κράτους, με σκοπό την προάσπιση και προώθηση των εθνικών συμφερόντων, όπως αυτά αποφασίζονται από την πολιτική ηγεσία.

Ως τυπικό στρατιωτικό ίδρυμα, η ΣΕΘΑ διαθέτει μια εξαιρετικά συμπαγή οργάνωση και ομαλή λειτουργία. Όμως, από την άλλη πλευρά, παρουσιάζει εγγενείς αδυναμίες: η εφαρμοζόμενη εκπαιδευτική διαδικασία υλοποιείται πρωτευόντως μέσω διαλέξεων από έδρας με περιορισμένη συμμετοχή των σπουδαστών· δεν διαθέτει μόνιμο εκπαιδευτικό προσωπικό με αποτέλεσμα να βασίζεται σε εξωτερικούς διαλέκτες προερχόμενους από την ακαδημαϊκή κοινότητα· και τέλος, στη Σχολή δεν διεξάγεται ακαδημαϊκή έρευνα σε θέματα υψηλής και στρατιωτικής στρατηγικής. Όμως, αντικείμενο του παρόντος άρθρου δεν αποτελούν τα συγκεκριμένα προβλήματα, η επίλυση των οποίων πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο διαρκούς μερίμνης των διοικήσεων, αλλά η ανάδειξη δύο άλλων θεμάτων που σχετίζονται με την εκπαίδευση στην Σχολή, ενός διαχρονικού και ενός το οποίο ανέκυψε πρόσφατα, όπως εκτίθενται στη συνέχεια.

Ένα θέμα το οποίο επανέρχεται αρκετά συχνά στην δημόσια συζήτηση περί της ΣΕΘΑ είναι η ακαδημαϊκή αξία του απονεμόμενου τίτλου σπουδών, και πιο συγκεκριμένα η σχέση του με τα αντίστοιχα των μεταπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών (master) των πανεπιστημίων. Εξ αιτίας του συγκεκριμένου θέματος, η Σχολή υλοποίησε ένα πρόγραμμα συνεργασίας με το πανεπιστήμιο του Plymouth, από το 2005, και με το ΠΑΝΤΕΙΟ πανεπιστήμιο, από το 2014, τα οποία, κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις, απονέμουν μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών σε περιορισμένο αριθμό σπουδαστών, για τους οποίους το ΓΕΕΘΑ καταβάλει σχετικά (υψηλά) δίδακτρα. Ως αποτέλεσμα, το σύνολο των σπουδαστών παρακολουθεί το εξαιρετικά απαιτητικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα της ΣΕΘΑ, το οποίο περιλαμβάνει καθημερινή εξάωρη παρακολούθηση διαλέξεων και εργασίες, ενώ ένας περιορισμένος αριθμός σπουδαστών παρακολουθεί παράλληλα και το πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών ενός εκ των προαναφερθέντων πανεπιστημίων. Η ρύθμιση αυτή, στην οποία οι σπουδαστές πρέπει να παρακολουθούν ταυτόχρονα το πρόγραμμα του μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών και το πρόγραμμα της ΣΕΘΑ, είναι αντιεκπαιδευτική και, από ακαδημαϊκή άποψη, επιεικώς απαράδεκτη. Είναι φυσιολογικά αδύνατη η ταυτόχρονη παρακολούθηση δύο προγραμμάτων σπουδών, έστω και σχετικών. Οι σπουδαστές επικεντρώνονται πρωτίστως στο πρόγραμμα των πανεπιστημίων και δευτερευόντως στην παρακολούθηση του εκπαιδευτικού προγράμματος της ΣΕΘΑ. Είναι συνεπώς προφανές ότι η εκπαίδευση στην ΣΕΘΑ καθίσταται για αρκετούς σπουδαστές πάρεργο και ότι η συνεργασία αυτή υπονομεύει την λειτουργία της ως στρατιωτικού εκπαιδευτικού ιδρύματος.

Όμως, το πρόβλημα είναι ακόμα πιο σοβαρό και έχει την βάση του στην απαξίωση της ΣΕΘΑ από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, πρωταρχικά δε από το ΓΕΕΘΑ. Η ΣΕΘΑ είναι το καλύτερο σχολείο της πολιτείας, δεδομένου ότι σ’ αυτήν φοιτούν Αξιωματικοί των Ενόπλων Δυνάμεων, των Σωμάτων Ασφαλείας, του Πυροσβεστικού και του Λιμενικού Σώματος, καθώς και υπάλληλοι των Υπουργείων, Οργανισμών και Επιχειρήσεων Δημοσίου ή Ιδιωτικού Δικαίου με εικοσαετή τουλάχιστον εμπειρία. Το εκπαιδευτικό της πρόγραμμα (πρέπει να) είναι εξ ορισμού επιπέδου μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών. Από την άλλη πλευρά, αν και θα ήταν επιθυμητή η αναγνώριση του απονεμόμενου τίτλου σπουδών από την ακαδημαϊκή κοινότητα, αυτό δεν είναι το μείζον. Η Σχολή απονέμει τον δικό της ιδιαίτερο τίτλο σπουδών, για τον οποίο οι αποφοιτούντες θα πρέπει να είναι υπερήφανοι, όπως οι διδάσκοντες ακαδημαϊκοί που θεωρούν την συμμετοχή τους στην εκπαιδευτική διαδικασία της ΣΕΘΑ τιμή. Εάν το ΓΕΕΘΑ θεωρεί απαραίτητη την φοίτηση 20-25 αξιωματικών του σε μεταπτυχιακά προγράμματα στρατηγικών σπουδών πανεπιστημίων της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, θα μπορούσε να προκηρύξει αντίστοιχες θέσεις και να τους στέλνει απευθείας, χωρίς να τους αναγκάζει να παρακολουθούν ταυτόχρονα το πρόγραμμα της ΣΕΘΑ.

Όμως, η απαξίωση δεν σταματάει εδώ. Το εκπαιδευτικό έτος 2016-2017 το ΓΕΕΘΑ προχώρησε σε μια παγκόσμια πρωτοτυπία· για οικονομικούς λόγους η διάρκεια φοίτησης στη Σχολή περιορίσθηκε από τους 10 στους 6 μήνες. Είναι ανθρωπίνως αδύνατη η εκπλήρωση των εκπαιδευτικών αντικειμενικών σκοπών της Σχολής στο εξαιρετικά περιορισμένο διάστημα του ενός εξαμήνου. Ουσιαστικά πρόκειται περί υποβάθμισης του εκπαιδευτικού προγράμματος σε μια σειρά διαλέξεων, οι οποίες ενδεχομένως σε ένα επόμενο στάδιο «εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης» να παραδίδονται μέσω διαδικτύου, χωρίς να απαιτείται η φυσική παρουσία των σπουδαστών. Και σε μια τέτοια περίπτωση, εφόσον η τεχνολογία το επιτρέπει, γιατί να μην φοιτούν όλοι οι αξιωματικοί;

Ως καλοπροαίρετος παρατηρητής θα μπορούσε κάποιος να δεχθεί την επιχειρηματολογία των εμπνευστών της μεταρρύθμισης περί περιορισμού του κόστους λειτουργίας, και μάλιστα την περίοδο αυτή της οικονομικής κρίσης που διέρχεται η χώρα μας. Όμως, όλο αυτό έρχεται σε τραγική αντίθεση με την συνεχιζόμενη κοστοβόρα συνεργασία της Σχολής με τα πανεπιστήμια του Plymouth και το ΠΑΝΤΕΙΟ· εάν ο περιορισμός των εξόδων είναι επιτακτική ανάγκη, ορίστε «πεδίον δόξης λαμπρόν».

Αυτό όμως που χρειάζεται η ΣΕΘΑ δεν είναι η εξίσωση του απονεμόμενου τίτλου σπουδών με τους αντίστοιχους των μεταπτυχιακών προγραμμάτων των πανεπιστημίων· είναι μια νέα προσέγγιση στην εκπαίδευση των ανωτέρων αξιωματικών για την καλύτερη προετοιμασία τους για τα ανώτατα αξιώματα. Όντας ένα σχολείο εφαρμοσμένης στρατηγικής σε όλα της τα επίπεδα, η διδασκαλία της, απευθυνόμενη σε επαγγελματίες με εμπειρία τουλάχιστον είκοσι ετών, απαιτεί μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση σε σχέση με την διδασκαλία της στρατηγικής σε διάφορα πανεπιστημιακά προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών, όπου ο σκοπός είναι η διδασκαλία του θεωρητικού υποβάθρου της στρατηγικής. Η εφαρμοσμένη στρατηγική προϋποθέτει καλή γνώση του θεωρητικού υποβάθρου της στρατηγικής, της πολεμικής τέχνης, των διεθνών σχέσεων και της στρατιωτικής ιστορίας, και διδάσκεται μέσω μιας συμμετοχικής εκπαιδευτικής διαδικασίας με την οποία επιτυγχάνεται η αλληλεπίδραση της θεωρητικής γνώσης με την εμπειρία, προς όφελος αμφοτέρων. Απαιτείται επαναφορά της διάρκειας των σπουδών στους δέκα μήνες έτσι ώστε να είναι εφικτή η υλοποίηση ενός αξιοπρεπούς προγράμματος στρατηγικών σπουδών· μια ριζική αναθεώρηση του προγράμματος σπουδών που θα αναλάβουν οι ίδιες οι Ένοπλες Δυνάμεις, οι οποίες δεν πρέπει κατά κανένα τρόπο να απεμπολήσουν το δικαίωμα και την υποχρέωσή τους να καταρτίζουν μόνες τους τα προγράμματα σπουδών των στρατιωτικών σχολών, όπως αυτές κρίνουν ότι εξυπηρετούνται οι ανάγκες τους. Μόνον έτσι οι Ένοπλες Δυνάμεις θα παράγουν Στρατηγούς-Στρατηγιστές, θέμα που έχει επισημάνει (για το στρατιωτικό κατεστημένο των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας του) ο αναμορφωτής της Σχολής Πολέμου του Ναυτικού των ΗΠΑ, Αντιναύρχος Stansfield Turner, με την ακόλουθη διατύπωση: «Η αυξημένη μας εξάρτηση από τους πολίτες και τα “think tanks” για να σκέφτονται για μας, αντανακλά την αποτυχία των Σχολών Πολέμου. Πρέπει να είμαστε ικανοί να παράγουμε στρατιωτικούς οι οποίοι θα είναι το ίδιο ικανοί με τους καλύτερους πολίτες στρατηγιστές, διαφορετικά θα πρέπει να απεμπολήσουμε τον έλεγχο του επαγγέλματός μας».

Όμως τίποτα δεν πρόκειται να γίνει όσο ο «εχθρός» βρίσκεται εντός των τειχών· και στη συγκεκριμένη περίπτωση «εχθρός» είναι όλοι αυτοί που θεωρούν την φοίτηση στην ΣΕΘΑ χαμένο χρόνο. Άποψη που αποτελεί την απόλυτη απαξίωση και εκ των έσω υπονόμευση του κύρους του ανωτάτου σχολείου των Ενόπλων Δυνάμεων και καλύτερου σχολείου της πολιτείας, η αποφοίτηση από το οποίο θα έπρεπε να είναι απαραίτητη προϋπόθεση της προαγωγής των αξιωματικών μας στους ανωτάτους βαθμούς, όπως συμβαίνει σε όλες τις προηγμένες στρατιωτικά χώρες του κόσμου. Αλήθεια, πόσοι από την σημερινή ηγεσία των Ενόπλων μας Δυνάμεων αποφοίτησαν από την ΣΕΘΑ;

* Δανεισμένο από τον τίτλο του βιβλίου «Ζητείται ένα θαύμα για την Ελλάδα»

 

 

Κατηγορίες: Δραστηριότητες συνδέσμου. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.

Αφήστε μια απάντηση