ΗΤΑΝ ΟΛΑ ΠΡΟΣΥΝΕΝΝΟΗΜΕΝΑ. ΠΩΣ ΟΙ ΗΠΑ ΚΑΙ Η ΧΟΥΝΤΑ ΠΑΡΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ.

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΩΝ ΜΙΧΑΛΗ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΚΑΙ ΚΩΣΤΑ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ “ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΑΡΧΕΙΑ ΤΟΥ ΚΙΣΙΓΚΕΡ. Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΧΟΤΟΜΗΣΗ”
ΟΙ συζητήσεις στο Λονδίνο μεταξύ Αμερικανών, Βρετανών και Τούρκων είχαν εξαντληθεί και η μόνη επιλογή ήταν η μεταφορά του παρασκηνίου στην περιοχή. Κοντά στους εμπλεκόμενους, την Ελλάδα και την Τουρκία.

Ο Κίσιγκερ είπε στον Υφυπουργό Εξωτερικών, Τζόζεφ Σίσκο να μην μείνει άλλο στο Λονδίνο και να αναχωρήσει για την Aθήνα και μετά την Άγκυρα. H αντιπάθεια που έτρεφαν ο Σίσκο και οι συνεργάτες του, για τον Xένρι Tάσκα ( πρέσβη στην Ελλάδα), ήταν δεδομένη. O πρέσβης είχε αρνηθεί να εκτελέσει τις εντολές του υφυπουργού και αντί να πάει ο ίδιος στην EΣA να δει τον Iωαννίδη και να τον προειδοποιήσει όπως αποφύγει κάθε ενέργεια κατά του Mακαρίου, έστειλε τον υποδιευθυντή του κλιμακίου της CIA στην Aθήνα, ο οποίος δεν είναι βέβαιο, ακόμα και τώρα, αν μετέφερε σωστά το μήνυμα της Oυάσιγκτον. «Στην Αθήνα μας υποδέχθηκε ένας πρέσβης με πρόσωπο σταχτί», σημειώνει εμφαντικά ο Μπόγιατ.
Στις 18 Iουλίου, ο Σίσκο και ο Eτσεβίτ αναχώρησαν, σχεδόν την ίδια ακριβώς ώρα, από το Xίθροου. O πρώτος για την Aθηνα σε μια αποστολή που δεν είχε περιθώρια επιτυχίας και ο δεύτερος για την Άγκυρα, όπου θα μετέφερε στους στρατηγούς τα καλά νέα: ότι οι Aγγλοι δεν θα τους ακολουθήσουν μεν, αλλά και δεν θα πρόβαλλαν εμπόδια, όπως φοβόταν η ηγεσία των Tουρκικών Eνόπλων Δυνάμεων. H άλλη ευχάριστη είδηση ήταν ότι οι Aμερικανοί συμφωνούσαν με τους όρους που έθεσε η Tουρκία και θα πίεζαν τους Eλληνες να τους αποδεχθούν. «Aν δεν λάβουμε απάντηση μέχρι αύριο το βράδι» (Σ.Σ.: μεσάνυκτα της 19ης Iουλιου), είπε στους ανυπόμονους στρατηγούς ο Eτσεβιτ, «είσαστε ελεύθεροι να δράσετε σύμφωνα με το σχέδιο».
Στο αεροδρόμιο του Ελληνικού, ο Τάσκα υποδέχθηκε τον Σίσκο. Ο υφυπουργός και η συνοδεία του κατέλυσαν στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία». Το στρατηγείο του Σίσκο στήθηκε στα δωμάτια 516, 517 και 518 και του υφυπουργού Άμυνας, Ρόμπερτ Ελσγορθ στη σουίτα 502,  Η πρώτη κουβέντα του μεσολαβητή ήταν ότι ήθελε να συναντήσει τον Ιωαννίδη. Ο πρέσβης είπε στο Σίσκο ότι είναι προτιμότερο να συνομιλήσει με τον πρωθυπουργό και τον υπουργό των Εξωτερικών. Ο μεσολαβητής εξανέστη και επετίμησε τον πρέσβη.
– ‘Η τον Ιωαννίδη ή κανένα άλλο, φώναξε ο Σίσκο. Ο πρωθυπουργός και ο υπουργός Εξωτερικών είναι απατηλά και δόλια παράγωγα του Ιωαννίδη. Απαιτώ να συναντήσω τον ίδιο. Εάν δεν μπορώ να τον συναντήσω, φεύγω.
– Δεν ασχολούμαι εγώ μ’ αυτόν, μόνο ο σταθμάρχης της CIA, απάντησε ο Τάσκα.
Από το γραφείο του Τάσκα, ενημέρωσε με τηλεγράφημα τον Κίσιγκερ. Από την Ουάσιγκτον, έγιναν οι αναγκαίες ενέργειες και η συνάντηση του Σίσκο με τον ισχυρό άνδρα της χούντας διευθετήθηκε αμέσως. Η συνάντηση Σίσκο-Ιωαννίδη, που πραγματοποιήθηκε στο γραφείο του Ανδρουτσόπουλου, δεν κράτησε πολύ. Διήρκεσε όση ώρα χρειάστηκε ο Αμερικανός υφυπουργός για να εξηγήσει στον αρχηγό της ΕΣΑ ότι η κατάσταση οδηγείτο σε ελληνοτουρκική σύρραξη, καθώς εάν δεν αποδεχόταν τους τουρκικούς όρους, η εισβολή θα ήταν ένα γεγονός. Είπε στον Ιωαννίδη:
– «Εάν δεν κάνετε κάτι, θα έχουμε πόλεμο και εσείς θα χάσετε τον πόλεμο. Λοιπόν, δώστε μου μερικά στοιχεία συμβιβασμού που μπορώ να μεταφέρω στην Άγκυρα και με τα οποία μπορούμε να δουλέψουμε. Πρέπει να προχωρήσετε σε σημαντικές υποχωρήσεις οι οποίες να αποτελούν έστω σοβαρές ενδείξεις για την πρόθεσή σας να αποκατασταθεί το προηγούμενο στάτους κβό. Διαφορετικά…»
Ο Σίσκο δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την φράση του. Ο Ιωαννίδης ξεκίνησε μια ιστορική «διατριβή», που έβγαλε τον Αμερικανό αξιωματούχο από τα ρούχα του. Επενέβη ο Marder, και είπε σε αυστηρό τόνο στον Ιωαννίδη να ηρεμήσει. Ο αρχηγός της ΕΣΑ ζούσε στο δικό του κόσμο…  Επέμενε. Άρχισε να κάνει μια συγκινησιακή, παράξενη, σουρεαλιστική περιγραφή της βυζαντινής ιστορίας και του αγώνα εναντίον των Οσμανλήδων Τούρκων και της Κωνσταντινούπολης. Μετά από λίγα λεπτά σηκώθηκε και έφυγε… Ο Μπόγιατ περιγράφει τη σκηνή:
«Ο Σίσκο θύμωσε με τη στάση του Ιωαννίδη. Θύμωσε πολύ, και το έδειχνε. Ο Ιωαννίδης, όμως, ήταν τρελαμένος. Θυμάμαι πάρα πολύ καλά τα λόγια του Ιωαννίδη. Ο Σίσκο του έλεγε ότι πρέπει να μας δώσεις κάτι να μεταφέρουμε στην Αγκυρα. Τουλάχιστον, την επιστροφή στο προηγούμενο καθεστώς, ως θέμα αρχής. Δώσε μας κάτι. Εάν δεν μας δώσεις, ο τουρκικός στρατός θα αντιδράσει. Και δεν ξέρω που θα οδηγηθεί η κατάσταση». Ως απάντηση ο Ιωαννίδης άρχισε μιά διατριβή για τον Διγενή Ακρίτα τον αντάρτη. «Όλοι οι Έλληνες θα γίνουμε Διγενήδες, και θα πολεμήσουμε και δεν θα σταματήσουμε στον Ελλήσποντο αλλά στην Κωνσταντινούπολη», απάντησε ο Ιωαννίδης. Ο Σίσκο ήταν έτοιμος να εκραγεί. Αυτό που κατάλαβα ήταν ότι είχε χάσει την επαφή με την πραγματικότητα (disconnection of reality). Εμείς του μιλούσαμε για τη πιθανότητα ελληνοτουρκικού πολέμου και αυτός μιλούσε για «γεγονότα», που υποτίθεται ότι συνέβησαν 10-15 αιώνες πριν. Ήταν σαφές ότι είχαμε μπλέξει σε πραγματικούς μπελάδες, διότι αυτός ο τύπος είχε χάσει τελείως την επαφή του με το περιβάλλον. Και δυστυχώς είχε όλη την εξουσία. Δεν μας έδωσε τίποτε».
Πριν αναχωρήσει από το γραφείο του Ανδρουτσόπουλου, ο Αμερικανός μεσολαβητής πρόλαβε και επανέλαβε στον Ιωαννίδη ότι με βάση τη τριμερή συνθήκη εγγυήσεων της Ζυρίχης και του Λονδίνου, η Τουρκία έχει δικαίωμα να επέμβει. Αμέσως μετά τη συνάντηση, ο Σίσκο πείστηκε από τον Τάσκα να συζητήσει και με τα ανδρείκελα του Ιωαννίδη: Τον Αδαμάντιο Ανδρουτσόπουλο και τον Κωνσταντίνο Κυπραίο. Το περιεχόμενο των συζητήσεων ήταν άνευ ουσίας και δεν περιλαμβάνεται καν στις σημειώσεις του Σίσκο. Ενώπιον του Ανδρουτσόπουλου και απευθυνόμενος στον Τάσκα, ο Σίσκο αναρωτήθηκε για ποιό λόγο «κλείστηκε» το ραντεβού. «Δεν μου δώσατε τίποτα να μεταφέρω στην Άγκυρα», είπε ο Αμερικανός υφυπουργός στον πρωθυπουργό του Ιωαννίδη, και πρόσθεσε: «Καταλαβαίνω ότι δεν έχετε αρμοδιότητες και δεν μπορείτε να λάβετε αποφάσεις, αλλά πέστε μου κάτι να μεταφέρω στους Τούρκους». Ο Ανδρουτσόπουλος παρέμεινε όρθιος και τον έβλεπε αμίλητος. Αργότερα, με εντολή του Ιωαννίδη, ενημερώθηκε ο Αμερικανός υφυπουργός, ότι η χούντα προτίθεται να δεχθεί τους εξής όρους:
Πρώτον: Την αντικατάσταση των αξιωματικών που συμμετείχαν στο πραξικόπημα εναντίον του Μακάριου. Δεύτερον: Την αλλαγή του Σαμψών με Ελληνοκύπριο πολιτικό, που θα αποδεχόταν και η Αγκυρα. Τρίτον: Την διεξαγωγή εκλογών και Τέταρτον: Την προστασία των Τουρκοκυπρίων, των οποίων το καθεστώς δεν θα αλλάξει και τα δικαιώματα δεν θα επηρεαστούν.
Ταυτόχρονα, με εντολή του Ιωαννίδη, ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ, ενημέρωνε τα κράτη-μέλη, δόθηκε διαταγή για να αντικατασταθούν οι Ελληνες αξιωματικοί, που υπηρετούσαν στην Κύπρο, αν και –όπως έγραφε στην επιστολή του- δεν είχαν ανάμειξη στην ανατροπή του Μακαρίου.
Στο τηλεγράφημά του Τάσκα προς τον Κίσιγκερ, στις 18 Ιουλίου, ο Αμερικανός πρέσβης έγραφε: «Ο Σίσκο είχε δύο εκτενείς συζητήσεις με τον πρωθυπουργό και τον υπουργό Εξωτερικών και τους στρατηγούς Ιωαννίδη και Μπονάνο. Οι Έλληνες εξουσιοδότησαν τον Σίσκο να πληροφορήσει τους Τούρκους ότι η ελληνική κυβέρνηση θα έστελλε απεσταλμένο στο Λονδίνο για διαβουλεύσεις με το Ηνωμένο Βασίλειο και θα χρησιμοποιούσε την επιρροή της στην Κύπρο ώστε να εξεταστούν ρυθμίσεις που θα ενίσχυαν το ρόλο του ΟΗΕ.  Δεν υπήρξε υποχώρηση στην ελληνική θέση σχετικά με την τουρκική πρόσβαση προς τη θάλασσα. Ο Σίσκο λέει ότι οι ελληνικές προτάσεις πιθανώς δεν θα είναι επαρκείς και ότι θα έπρεπε να προωθήσουμε την «πρόταση Κληρίδη». Κατά τη διάρκεια των συνομιλιών με τους Έλληνες, ο Σίσκο τόνισε ιδιαίτερα δύο πράγματα: Την υποστήριξη και τη φιλία μας με την Ελλάδα και την αντικειμενική μας κρίση ότι η κατάσταση στην Κύπρο είναι τόσο πολύ σοβαρή που είναι αναγκαία μια διπλωματική κίνηση της ελληνικής κυβέρνησης για να αποφευχθεί η καταστροφή». (Department of State, Τηλεγράφημα του Χένρι Τάσκα στον Χένρι Κίσιγκερ, 18 Ιουλίου 1974)
Μεταφέροντας στις αποσκευές του την άρνηση του Ιωαννίδη να συμμορφωθεί με το τελεσίγραφο του Eτσεβίτ, ο Σίσκο αναχώρησε για την Άγκυρα, προετοιμασμένος για τα χειρότερα.
Είναι προφανές πως ναι μεν υπήρξε η αποστολή Σίσκο στην περιοχή, πλην όμως στις ΗΠΑ, ο Χένρι Κίσιγκερ είχε ανοικτή γραμμή επικοινωνίας με την Άγκυρα. Αυτό που προκύπτει και από τις επαφές Σίσκο ήταν η αποτροπή ελληνοτουρκικού πολέμου και όχι η αποτροπή της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο.
ΗΠΑ- Βρετανία διαμόρφωσαν κοινό πακέτο
Συζητούσαν ενίσχυση τουρκικής παρουσίας δυο ημέρες πριν την εισβολή
Ο Αμερικανός υφυπουργός, Τζόζεφ Σίσκο είχε και δυο συναντήσεις με τον Βρετανό Υπουργό Εξωτερικών, Κάλαχαν, με τον οποίο συζήτησε και λύσεις που προέβλεπαν και την ενίσχυση της τουρκικής παρουσίας στο νησί. Κι αυτό, δυο μόλις μέρες πριν την τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Στη δεύτερη συνάντηση, ο Σίσκο και ο Κάλαχαν συγκέντρωσαν την προσοχή τους στα στοιχεία ενός πακέτου για την επίλυση του κυπριακού. Συμπεριέλαβαν:
1). Ευέλικτες συνταγματικές διευθετήσεις,
2). Τουρκική πρόσβαση στη θάλασσα υπό την εποπτεία των Ηνωμένων Εθνών,
3). Αντικατάσταση των Ελλήνων αξιωματικών της Εθνοφρουράς,
4). Στενότερη εποπτεία των Ηνωμένων Εθνών στην εναλλαγή των στρατευμάτων και,
5). Ενίσχυση της τουρκικής παρουσίας στο νησί.
Ο Κάλαχαν είχε επισημάνει ότι δεν απέκλειε αναγκαστικά τη χρήση στρατιωτικών δυνάμεων από το Ηνωμένο Βασίλειο, εφόσον επηρεαστούν τα συμφέροντα του, τα οποία χαρακτήρισε σημαντικά.
Από το Φόρεϊν Όφις, ο Σίσκο έσπευσε να συναντήσει για δεύτερη φορά τον Ετζεβίτ. Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις των Αμερικανών, όπως αυτές διατυπώνονται στα πρακτικά, ο Ετσεβίτ ακολούθησε πιο ακραία γραμμή, παρουσιάζοντας κάποιες ιδέες που ήταν ισοδύναμες με τη διχοτόμηση. Ο Ετσεβίτ σημείωσε ότι «η Τουρκία δεν μπορούσε να ανεχθεί την κατάσταση που δημιουργήθηκε με το πραξικόπημα στην Κύπρο και ότι πιστεύει πως πραγματοποιείται μια έρπουσα ένωση». Ζήτησε δε δύο αυτόνομες προσωρινές κυβερνήσεις. Επίσης ζήτησε ελεύθερη πρόσβαση στα αεροδρόμια και στα λιμάνια υπό την εποπτεία των εγγυητριών δυνάμεων. Ο Σίσκο υποσχέθηκε, όπως καταγράφεται στα αμερικανικά έγγραφα, να εξετάσει όλες τις ιδέες και να συζητήσει περαιτέρω η κατάσταση με τον Ετσεβίτ στην Αγκυρα. Ο Σίσκο συμφώνησε επίσης να επισκεφθεί την Αγκυρα το απόγευμα της 19ης Ιουλίου.
Τα αμερικανικά σχόλια για τις επαφές του Σίσκο στο Λονδίνο, ήταν πως «οι προτάσεις του Ετσεβίτ, το απόγευμα, ήταν πολύ άκαμπτες». Ήταν επίσης πιο σκληρός, στη δεύτερη συνάντηση, ιδιαίτερα στο γεγονός ότι αρνείτο να συνομιλήσει με τους Έλληνες, έγραφε στο τηλεγράφημα του ο Αμερικανός υφυπουργός. (Department of State, Τηλεγράφημα του Τζόζεφ Σίσκο στον Χένρι Κίσιγκερ, 18 Ιουλίου 1974)
Η στρατηγική του Σίσκο για το πώς θα χειρισθεί τις εξελίξεις κατά τις επαφές στην Αθήνα και στην Αγκυρα ήταν η εξής, σύμφωνα με δικό του σημείωμα: «Στην Αθήνα θα έκανε μια συνολική προσπάθεια να δεσμευθεί η ελληνική κυβέρνηση σε συνομιλίες με το Ηνωμένο Βασίλειο, στο Λονδίνο, στο πνεύμα της συμφωνίας Λονδίνου-Ζυρίχης. Ωστόσο, πίστευε ότι ακόμη και αυτή η διαδικασία δεν θα ήταν αρκετή για να συγκρατήσει την Τουρκία. Στην Αγκυρα θα έλεγε στους Τούρκους ότι είναι έτοιμος να γυρίσει στην Ουάσινγκτον για να προτείνει στον υπουργό και στον πρόεδρο να διερευνήσουν οι ΗΠΑ από κοινού με την ελληνική κυβέρνηση μια επιστροφή στις συνταγματικές διευθετήσεις στην Κύπρο, στην πιο σύντομη ημερομηνία. Αυτή η πρόταση συνεπαγόταν την ανάληψη της εξουσίας από τον Κληρίδη», όπως σημειώνετο στο έγγραφο του ο Σίσκο. (Department of State, Τηλεγράφημα του Τζόζεφ Σίσκο στον Χένρι Κίσιγκερ, 18 Ιουλίου 1974).
Το απόρρητο μήνυμα του Σίσκο στο Κίσιγκερ
Το απόρρητο μήνυμα του Σίσκο στον Κίσιγκερ, που βρισκόταν στο Σαν Κλαμέντε της Καλιφόρνιας, λίγες ώρες πριν την εισβολή, ανέφερε τα εξής:

  • «Σύμφωνα με την κρίση μου, η απόφαση για εισβολή εναντίον της Κύπρου έχει ληφθεί, ή λαμβάνεται αυτή τη στιγμή, ή θα ληφθεί σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Συζήτησα με τον Ετσεβίτ, ο οποίος στη συνέχεια εισήλθε σε διπλανή αίθουσα όπου συνεδριάζουν οι στρατιωτικοί για να τους ενημερώσει για την συνομιλία μας. Οι Τούρκοι είναι «ποτισμένοι με δηλητήριο», έχουν καταληφθεί από αμόκ, και είναι πανέτοιμοι να επέμβουν στρατιωτικά ανά πάσα στιγμή».

Κατά τη συνάντησή του με τον Ετσεβίτ, ο Αμερικανός μεσολαβητής είχε ζητήσει να συνεχιστούν οι διαπραγματεύσεις και του υποσχέθηκε ότι οι ΗΠΑ θα τον υποστηρίξουν στο αίτημά του για την δημιουργία νέου καθεστώτος στο νησί, το οποίο θα αναδείκνυε τα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων. Ο πρωθυπουργός της εισβολής απάντησε ότι «δεν έχουμε χρόνο για παρατεταμένες διαπραγματεύσεις».
Ο Σίσκο πρόβαλε την σοβιετική απειλή εναντίον της Τουρκίας, η οποία –όλα αυτά τα χρόνια, όπως του είπε- προστατεύεται από το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ. Ο Ετσεβίτ δεν έκανε πίσω.
– «Με όλο το σεβασμό, στο θέμα της Κύπρου, δεν σας έχουμε εμπιστοσύνη» απάντησε ο Τούρκος πρωθυπουργός, που γνώριζε και κάτι άλλο, για το οποίο είχε ενημερωθεί από τον Κίσιγκερ. Προσπάθησε ξανά ο Σίσκο, ελπίζοντας να πείσει τον Ετσεβίτ:
– «Κύριε πρωθυπουργέ, θα προκαλέσετε πόλεμο με την Ελλάδα. Οι Ελληνες μου δήλωσαν ότι θα κηρύξουν πόλεμο εναντίον σας αν κτυπηθεί η Κύπρος».
Οι στρατηγοί είχαν λάβει τις αποφάσεις τους και ήταν φανερό ότι ο Ετσεβίτ ούτε μπορούσε να τις αλλάξει, ούτε τον ενδιέφερε να τις αλλάξει. Απάντησε:
-«Δεν σχεδιάζουμε να κάνουμε πόλεμο με την Ελλάδα, αλλά αν δεχθούμε επίθεση δεν θα καθίσουμε με σταυρωμένα χέρια».
Ο Μπόγιατ θυμάται: «Συναντηθήκαμε με τον Ετσεβίτ και φαινόταν ότι η συνάντηση δεν θα τελειώσει ποτέ. Συζητούσαμε οχτώ ή δέκα ώρες. Μιλούσαμε, μιλούσαμε, μιλούσαμε και ο Ετσεβίτ απλώς κουνούσε το κεφάλι. Απαντούσε όχι, όχι, όχι σε ότι του προτείναμε. Δεν πρόκειται να κάνω τίποτα».

« Ένας ποιητής δεν μπορεί…»
Το τηλέφωνο στο κτίριο της αμερικανικής πρεσβείας κτύπησε στις 2 το πρωί της 20ης Ιουλίου. Ο Σίσκο έσπευσε στο γραφείο του Ετσεβίτ. Ψυχρός και ωμός ο Τούρκος πρωθυπουργός, δέχθηκε τον Aμερικανό υφυπουργό και του ανακοίνωσε ότι το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω… «Tα πλοία μας ξεκινούν για την Kύπρο». O Σίσκο περιγράφει με φανερή θλίψη εκείνες τις στιγμές. Δεν μπορούσε, λέει, να γονατίσει μπροστά στον Eτσεβίτ. Tου ζήτησε προθεσμία 48 ωρών, αφού έβλεπε κάποιο φως από την Aθήνα. O Eτσεβίτ αρνήθηκε κατηγορηματικά. Tου ζήτησε στη συνέχεια να περιμένει μέχρι να συνεννοηθεί με τον Kίσιγκερ. Aπέρριψε και αυτή την πρόταση.
Στη συζήτηση, παρενέβη και ο πρέσβης Μακόμπερ, που διατηρούσε στενή φιλική σχέση με τον Ετσεβίτ.
– Πως μπορείς να διατάξεις αιματοχυσία; τον ρώτησε. Είσαι ποιητής, υμνείς στα έργα σου τον άνθρωπο.
– Δεν θα μας σταματήσετε και τώρα, απάντησε ο Ετσεβίτ. Δεν θα σας ακούσω. Δεν θα επαναλάβω το λάθος του Ινονού.
Η θυελλώδης συνάντηση ολοκληρώθηκε στις 4 το πρωί.
Ο Μπόγιατ θυμάται τη συγκλονιστική στιγμή της αναγγελίας της εισβολής: «Ο πρεσβευτής μας στην Αγκυρα, ο Μπιλ Μακόμπερ, με τον οποίο είχα δώσει μάχες σοβαρές και για τον οποίο έτρεφα αισθήματα φιλίας και σεβασμού, ξεδιάλυνε τα πράγματα κάπως έτσι. Φώναξε: Παρακαλώ διακοπή. Και όλοι σταμάτησαν να μιλούν. Τότε στράφηκε προς τον Ετσεβίτ και είπε: «Κύριε πρωθυπουργέ, είσαστε καθηγητής και ποιητής. Δεν είσαστε στρατιωτικός. Υπάρχουν παιδιά σ’ όλο τον κόσμο που δεν θα σας συγχωρήσουν εάν αφήσετε να συμβεί κάτι τέτοιο». Ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλο του Ετσεβίτ και είπε: «Κύριε πρέσβη, δεν περνά από το χέρι μου». Σηκωθήκαμε και φύγαμε συγκλονισμένοι», λέει ο Μπόγιατ. (Τα μυστικά αρχεία του Κίσιγκερ. Η απόφαση για τη διχοτόμηση. Μ. Ιγνατίου-Κ. Βενιζέλος).

 https://hellasjournal.com

Κατηγορίες: 'Αρθρα, Θέματα που μας αφορούν. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.

Αφήστε μια απάντηση