Η ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΜΑΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ

 

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΜΑΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣτου Γ. Ε. Σέκερη, Πρέσβεως ε.τ.
Οι συγκλονιστικές κοινωνικές επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης έχουν ευεξήγητα επαναφέρει τις σχέσεις της χώρας μας με την Ευρωπαϊκή Ένωση στο επίκεντρο των ενδιαφερόντων της ελληνικής κοινής γνώμης. Διατρέχουμε ωστόσο τον κίνδυνο ο σχετικός δημόσιος διάλογος να εκτροχιασθεί προς άγονη κατεύθυνση, λόγω παρανόησης της φύσης του ευρωκοινοτικού εγχειρήματος και συνακόλουθα και εσφαλμένων εκτιμήσεων για τα εμπλεκόμενα ελληνικά συμφέροντα και τους ενδεικνυόμενους από πλευράς μας χειρισμούς. [1]Εν πρώτοις, είναι ανάγκη να συνειδητοποιήσουμε την τεράστια απόσταση που χωρίζει την μορφή και τις προοπτικές της ΕΕ από τους ριζοσπαστικούς ομοσπονδιακούς οραματισμούς των πρωτεργατών της ευρωπαϊκής ιδέας. Η οικοδόμηση των “Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης” κατ’ αντιστοιχία προς το βορειοαμερικανικό πρότυπο έχει αποδειχθεί ανέφικτη. Προσέκρουσε αρχήθεν στις εθνικές αντιδράσεις, όχι μόνο των Βρετανών, αλλά και πολλών ηπειρωτικών Ευρωπαίων, των Γάλλων προεξαρχόντων. Ενώ με τη λήξη της σοβιετικής απειλής και τον τερματισμό της διαίρεσης της Γερμανίας εξέλιπαν οι δύο ισχυρότεροι μοχλοί προώθησής της.

Ο συχνά επιχειρούμενος  παραλληλισμός της ευρωπαϊκής ενοποίησης με την αμερικανική είναι παραπλανητικός. Σε αντίθεση με τους Αμερικανούς – η ολοκλήρωση της κρατικής ενότητας των οποίων επετεύχθη, ας μην το λησμονούμε,  με βίαια μέσα – οι ευρωπαϊκοί λαοί, όχι μόνο δεν διαθέτουν κοινή εθνική ταυτότητα, αλλά και παραμένουν προσηλωμένοι στις επί μέρους, μακραίωνες κατά κανόνα, εθνικές τους παραδόσεις. Συνδετικός κρίκος μεταξύ τους είναι οι κοινές αξίες που πηγάζουν, κατά κύριο λόγο, από το τρίπτυχο ελληνορωμαϊκός πολιτισμός – χριστιανισμός – διαφωτισμός. Και, στο αναδυόμενο διεθνές περιβάλλον, και μείζονα κοινά οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα – καθώς καμία πλέον ευρωκοινοτική χώρα, της Γερμανίας συμπεριλαμβανομένης, δεν είναι σε θέση μεμονωμένα να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τους ανερχόμενους κολοσσούς της Ευρασίας.

Όπως δε είναι φυσικό, οι συν τω χρόνω διαμορφούμενοι ευρωπαϊκοί θεσμοί φέρουν ευκρινή τη σφραγίδα της σύνθετης και συχνά αντιφατικής αυτής ευρωπαϊκής πραγματικότητας. Και συνακόλουθα η Κοινοτική Ευρώπη εξελίσσεται σε μια Ιδιότυπη ένωση εθνικών κρατών – στην “Ευρώπη των κρατών-εθνών”, όπως την αποκάλεσε πριν από μισό αιώνα ο στρατηγός ντε Γκόλ. Ήτοι σε ένα θεσμικό χώρο στον οποίο συμβιβάζονται, εξισορροπούνται, και στο μέτρο του δυνατού συντίθενται τα συμφέροντα των κρατών μελών. Αλλά και όπου η τυπική θεσμική ισότητα των τελευταίων αυτών συνυπάρχει κατ’ ανάγκην με την ανισότητα εν τη πράξει που δημιουργούν οι συσχετισμοί ισχύος – δημογραφικής, οικονομικής, στρατιωτικής, διπλωματικής, ή και πολιτισμικής. Θα ήταν άλλωστε παράλογο να αναμένεται εταίροι όπως η Μάλτα, η Κύπρος, ή το Λουξεμβούργο να ασκούν επί των ευρωκοινοτικών δρωμένων επιρροή συγκρίσιμη με εκείνη της Γερμανίας, της Γαλλίας, ή του Ηνωμένου Βασιλείου.

Ενώ μία επί πλέον σημαντική ιδιομορφία της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι η ασύμμετρη ανάπτυξη του  οικονομικού και του πολιτικο-στρατιωτικού της σκέλους, επ’ ωφελεία του πρώτου – με τις εθνικές πρωτεύουσες να θυσιάζουν ευκολότερα κυριαρχικά τους δικαιώματα στον οικονομικό, παρά στον πολιτικο-στρατιωτικό τομέα. Έτσι, η μεν κοινή ευρωπαϊκή αγορά έχει αναπτυχθεί με  τρόπο αρκετά ικανοποιητικό και δέκα επτά κοινοτικοί εταίροι εισήγαγαν κοινό νόμισμα και καταβάλλουν σύντονες και σε πολλές περιπτώσεις οδυνηρές προσπάθειες για να το στηρίξουν, πλην όμως,  είκοσι χρόνια μετά τη θεαματική υιοθέτηση των φιλόδοξων διεθνοπολιτικών και στρατιωτικών στόχων του Μάαστριχτ, η ΕΕ αδυνατεί να δράσει ως ενιαία πολιτικοστρατιωτική δύναμη ακόμη και στην ίδια την ταρασσόμενη γεωπολιτική της περιφέρεια, περιοριζόμενη ως επί το πολύ στη χρήση “ήπιας ισχύος” – με την προσφυγή σε στρατιωτικά μέσα να αναλαμβάνεται από τα κράτη-μέλη ουσιαστικά μόνο σε εθνική βάση, ή στο νατοϊκό πλαίσιο. Ενώ υπό την πίεση της οικονομικής κρίσης, όλο και εμφανέστερα καθίστανται και της οικονομικής σύμπραξης τα όρια.

Οι οργανικές δε αυτές αδυναμίες εξηγούν μερικώς και ένα πρόσθετο βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα της Κοινοτικής Ευρώπης: τη στενή σύνδεσή της με την αμερικανική υπερδύναμη. Μια σύνδεση την οποία, κατά τα λοιπά, υπαγορεύουν ζωτικά αμοιβαία συμφέροντα των εκατέρωθεν των ακτών του Βόρειου Ατλαντικού κρατών – με επακόλουθο, εις πείσμα σκοτεινών προβλέψεων για προϊούσα αποξένωση των ΗΠΑ από την Ευρώπη, το ΝΑΤΟ να εξακολουθεί, τρεις δεκαετίες μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου, να διασφαλίζει την κοινή ευρω-αμερικανική άμυνα. Και συγχρόνως να προσφέρει δυνατότητες πολιτικο-στρατιωτικής σύμπραξης Ευρωπαίων και Αμερικανών για τη διαχείριση κοινού ενδιαφέροντος περιφερειακών κρίσεων, όπως προσφάτως η λιβυκή.

Παρά τους εύκολους, συνεπώς, αφορισμούς, ο ατλαντικός κόσμος διατηρεί τη συνοχή του. Η στροφή της Ουάσιγκτον προς την Άπω Ανατολή δεν αποδυναμώνει την ευρωπαϊκή διάσταση της πολιτικής της. Δεν στερείται δε σημασίας εν προκειμένω, ότι οι νέοι Αμερικανοί υπουργοί εξωτερικών και άμυνας – οι κ.κ. Κέρι και Χέιγκελ αντιστοίχως – είναι γνωστοί για τον “ατλαντισμό” τους.[2] Και ότι μία από τις πρώτες ενέργειες του προέδρου Ομπάμα αρχομένης της δεύτερης θητείας του ήταν να εξαγγείλει την έναρξη διαπραγματεύσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση για τη σύναψη μιας ολοκληρωμένης συμφωνίας “εμπορικής και επενδυτικής σύμπραξης” –  κατά τις εκτιμήσεις έγκυρου αναλυτή, της “πλέον προωθημένης παγκοσμίως”[3] – της οποίας, πέραν της οικονομικής, έκδηλη είναι και η γεωπολιτική βαρύτητα.

***

Έναντι του ιδιόμορφου αυτού  ευρωπαϊκού θεσμικού εγχειρήματος, η χώρα μας καλείται να χαράξει την εθνική της στρατηγική. Από συστάσεώς του, το νεοελληνικό κράτος εστράφη προς τον πολιτισμικά συγγενή ευρωπαϊκό χώρο, προσβλέποντας στην εξασφάλιση οικονομικής και γεωπολιτικής στήριξης, αλλά και στην αξιοποίηση προτύπων σύγχρονης πολιτικής και κοινωνικο-οικονομικής συγκρότησης.  Και συνεπώς η ένταξή μας στην Κοινοτική Ευρώπη υπήρξε μια φυσική και σχεδόν αυτονόητη προέκταση του παραδοσιακού αυτού προσανατολισμού. Κατά τα άλλα δε, εξυπηρέτησε και εξακολουθεί να εξυπηρετεί ύψιστα εθνικά μας συμφέροντα του σήμερα και του αύριο.

Σε ό,τι αφορά στην οικονομική πτυχή των συμφερόντων αυτών: Η συμμετοχή μας στην ΕΟΚ/ΕΕ μας έχει προσφέρει την πλήρη πρόσβαση στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά, καθώς και τεράστια ποσά, υπό μορφή δωρεάν βοήθειας και χαμηλότοκων δανείων και ποικίλη άλλη στήριξη, για τη δημιουργία σύγχρονων υποδομών και την αναβάθμιση του παραγωγικού μας ιστού. Η ανεπαρκής αξιοποίηση των ευκαιριών και η εν πολλοίς δημαγωγική διασπάθιση των πόρων αυτών βαρύνει την ελληνική πλευρά και ακριβέστερα την πολιτική μας ηγεσία των τελευταίων δεκαετιών – και όχι τους συνήθεις κοινοτικούς υπόπτους. Ενώ οι πολιτικοί μας ταγοί φέρουν  και την κύρια ευθύνη για την υιοθέτηση του ευρώ, χωρίς να έχει προηγηθεί, ή  έστω  ταχύρρυθμα ακολουθήσει, η ανασύνταξη των κρατικών και οικονομικών μας δομών, έτσι ώστε να είχαμε αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις του κοινού νομίσματος –  και να να είχαμε αποφύγει, τουλάχιστον στην κοινωνικώς δραματική και απαξιωτική  για το ελληνικό γόητρο έκτασή της, την παρούσα εθνική μας δοκιμασία.

Ωστόσο, “επιστροφή στη δραχμή” υπό τις κρατούσες χαώδεις συνθήκες θα ήταν, κατά γενική παραδοχή, οικονομικώς και κοινωνικώς καταστροφική. Και συνεπώς η μάχη της οικονομικής μας ανάκαμψης και ανασυγκρότησης πρέπει, κατά το δυνατόν, να δοθεί εντός της Ευρωζώνης. Τόσω μάλλον καθόσον τυχόν έξοδος εξ αυτής θα κλονίσει τη θέση μας και στην Ευρωπαϊκή Ένωση γενικότερα, επί ζημία εθνικών συμφερόντων τουλάχιστον  εξ ίσου σημαντικών μεσοπροθέσμως με τα στενώς οικονομικά. Διότι δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η κοινοτική μας ιδιότητα λειτουργεί και ως πολλαπλασιαστής του ειδικού βάρους της χώρας μας στα παγκόσμια δρώμενα και όλως ιδιαίτερα στο εγγύς γεωπολιτικό μας περιβάλλον.

Και εν πρώτοις στα Βαλκάνια. Στα οποία, κατά την κρίσιμη μεταβατική φάση που ακολούθησε την κατάρρευση της σοβιετικής αυτοκρατορίας, χάσαμε, λόγω της βραδύτητας των γεωπολιτικών μας ανακλαστικών και της συνακόλουθης διπλωματικής μας αβελτηρίας, την ιστορική ευκαιρία να αναλάβουμε, ως η μόνη κοινοτική και συγχρόνως νατοϊκή χώρα της περιοχής, ρόλο ηγετικό. Και όπου σήμερα ορατός είναι ο κίνδυνος, τυχόν αποδυνάμωση της παρουσίας μας στην ΕΕ να διαβρώσει περαιτέρω τη θέση μας στους συσχετισμούς ισχύος και επιρροής.

Κατά δεύτερο λόγο, η κοινοτική της ταυτότητα αποτελεί σημαντικό στήριγμα για την Ελλάδα στον αγαιο-μεσογειακό χώρο. Βέβαια, όπως ήδη σημειώθηκε, η Ευρωπαϊκή Ένωση  αδυνατεί από την ίδια τη συγκρότησή της να χαράξει γνησίως ενιαία εξωτερική, πόσω μάλλον αμυντική, πολιτική. Προσφέρεται ωστόσο στα μέλη της ως χώρος προνομιακής επικοινωνίας και διαπραγμάτευσης μεταξύ εταίρων – και ιδίως στα μικρότερα έναντι των “μεγάλων”. Η δε “κοινοτική αλληλεγγύη”, ομολογουμένως ανεπαρκής και συχνά εικονική, δεν παύει να είναι χρήσιμο όπλο στα χέρια της ελληνικής διπλωματίας για τον χειρισμό των Ελληνοτουρκικών και του Κυπριακού και τη μεθόδευση της ενεργειακής μας πολιτικής.

Αναμφίβολα, ο ενταξιακός ζήλος των Τούρκων βαίνει συνεχώς μειούμενος – ιδίως στο μέτρο που οι γείτονες αντιλαμβάνονται ότι η πλήρης ένταξή τους είναι κατά πάσαν βεβαιότητα ανέφικτη – και ως εκ τούτου η ανέκαθεν προβληματική άσκηση πίεσης επί της Άγκυρας μέσω της ενταξιακής διαδικασίας καθίσταται ακόμη δυσχερέστερη.[4] Η τουρκική όμως ηγεσία εξακολουθεί να ενδιαφέρεται ζωηρά για τη στάση των κύριων κοινοτικών δυνάμεων έναντι ζητημάτων απτομένων ζωτικών  συμφερόντων της, όπως το Κουρδικό, η συριακή κρίση, ή η πολιτική του Ισραήλ – και συνεπώς δεν έχει την πολυτέλεια να αγνοεί τις απόψεις και παροτρύνσεις τους. Ενώ, τόσον οι Ισραηλινοί, όσο και οι Άραβες, αξιολογώντας υπό το πρίσμα των δικών τους συμφερόντων τον ελληνικό παράγοντα – ελλαδικό και κυπριακό –  αποδίδουν ιδιαίτερη βαρύτητα στη συμμετοχή μας στην Κοινοτική Ευρώπη.

Πρέπει τέλος να σημειωθεί, ότι η ευρωκοινοτική μας διάσταση είναι στενά συνυφασμένη με τη νατοϊκή. Ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης είμαστε περισσότερο υπολογίσιμοι στην Ουάσιγκτον – και κατ’ επέκταση και στο ΝΑΤΟ. Ενδεικτικό εν προκειμένω ότι ακόμη και οι ιστορικοί σύμμαχοι των ΗΠΑ Βρετανοί θα διέτρεχαν πραγματικό κίνδυνο να απολέσουν ουσιαστικό μέρος της αξίας τους για την αμερικανική ηγεσία εάν διερρήγνυαν τους δεσμούς των με την Κοινοτική Ευρώπη.[5]

Ακούγεται ενίοτε η άποψη ότι η Ελλάδα θα έπρεπε να αναζητήσει στρατηγικό υποκατάστατο του δυτικού της προσανατολισμού. Πρόκειται για αυταπάτη. Η κυρίως φερόμενη ως εναλλακτικός στρατηγικός σύμμαχος Ρωσία δεν είναι, ούτε διατεθειμένη, αλλά ούτε και σε θέση, να αναλάβει ένα τέτοιον ρόλο. Παρά τις ελληνικές εκκλήσεις, υπήρξε εκ των πρώτων που αναγνώρισαν τα Σκόπια ως “Δημοκρατία της Μακεδονίας”. Αποδίδει πολύ μεγαλύτερη σημασία στον τουρκικό παράγοντα, από ό,τι στον ελληνικό – με τις σχέσεις της με την Άγκυρα, παρά τον μονίμως υποβόσκοντα ρωσο-τουρκικό ανταγωνισμό, να βρίσκονται εδώ και καιρό σε ανοδική φάση. Και η κυπριακή της πολιτική αποσκοπεί ανέκαθεν στην απόσπαση της Μεγαλονήσου από τη Δυτική επιρροή – και ως εκ τούτου διαχρονικά αντιτίθεται στη, μερική έστω, ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Εν πάση δε περιπτώσει δεν διαθέτει, επαρκή οικονομική και συμβατική στρατιωτική ισχύ – το ισχυρό πυρηνικό της οπλοστάσιο προσφέρεται μόνο ως εσχάτης ανάγκης αποτρεπτικό – για να αποβεί αξιόπιστο, πόσω μάλλον το κύριο, στρατηγικό έρεισμα της χώρας μας. Ενώ ακόμη λιγότερο ως εναλλακτικός στρατηγικός μας εταίρος προσφέρεται η ενίοτε μνημονευμένη συναφώς Κίνα – την οποία, ούτως ή άλλως, η χώρα μας ενδιαφέρει σχεδόν αποκλειστικά ως “πύλη εισόδου” στην ευρωκοινοτική αγορά. Με τη διαπίστωση αυτή ουδόλως φυσικά να αποκλείει την, επιβεβλημένη, αντιθέτως, επιλεκτική οικονομική, ενεργειακή, και διπλωματική συνεργασία με τις δύο παγκόσμιες αυτές δυνάμεις και όχι μόνο.

***

Εν κατακλείδι: Η Ευρωπαϊκή Ένωση, μολονότι μακράν απέχει από την ενσάρκωση του αρχικού ομοσπονδιακού οράματος, δεν παύει να αποτελεί μια ιστορικής σημασίας πραγματικότητα. Ενώ για την Ελλάδα, η συμμετοχή στο ευρωκοινοτικό εγχείρημα, χωρίς ποσώς να είναι πανάκεια, συνιστά, σε συνδυασμό με την παρουσία μας στο ΝΑΤΟ, το κύριο – και αναντικατάστατο – εξωτερικό μας έρεισμα. Η επιτυχής αξιοποίηση όμως του οποίου θα εξαρτηθεί από την ικανότητά μας να το εντάξουμε σε ένα ευρύτερο πλαίσιο εθνικής στρατηγικής. Κάτι που με τη σειρά του προϋποθέτει την ανασύνταξη της ελληνικής πολιτείας και ειδικότερα την αναμόρφωση του προβληματικού κρατικού μας μηχανισμού.

 


[1] Το κείμενο αυτό αποτελεί προδημοσίευση από το προσεχές τεύχος των Εθνικών Επάλξεων, περιοδικής έκδοσης του Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης.

[2] Βλ. Philip Stephens, US pivot gives Europe an opportunity. Atlanticist nominations offer the continent a chance to break free of  euro-crisis introversion. Financial Times, 10-1-2013. Συναφής και η επανάληψη από τον αμερικανό αντιπρόεδρο Μπάιντεν παλαιότερης δήλωσης του προέδρου Ομπάμα ότι “η Ευρώπη αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της παγκόσμιας πολιτικής μας” (http://www.whitehouse.gov/blog/2011/05/06/europe-cornerstone-our-engagement-world).

[3] Βλ. Tyson Barker, For Transatlantic Trade, Foreign Affairs, 26-2-2013

 

[4] Βλ. ενδεικτικώς Semih Idiz, The EU did you say?, Hurriyet Daily News, 24-8-2012,  Alexandra Hudson, Merkel backs new EU talks for Turkey, but has doubts. Reuters, 23-1-2013, Andrew Finkel, Turkey turns away from Europe towards Shanghai Cooperation Organization, New York Times, 29-1-2013,και Enis Berberoglu, EU not a must for Turky: PM Erdogan, Hurriyet Daily News, 6-2-2013.

[5] Βλ. Geoff Dyer, US fears ally’s drift into Europe isolation, Financial Times, 10-1-2013

Κατηγορίες: 'Αρθρα. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.

Αφήστε μια απάντηση