Η ΣΩΣΤΗ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ

Μια απροσδιόριστη ανάμνηση με παρέσυρε νωρίς το πρωί στο κεντρικό πάρκο. Δεν υπήρχε ψυχή! Περιπλανήθηκα για λίγο ράθυμα ανάμεσα στα καταπράσινα πλατάνια και στη συνέχεια κατευθύνθηκα προς την πλευρά που είναι τοποθετημένες οι προτομές σπουδαίων  ανθρώπων του πνεύματος και του πολιτισμού. Και τότε, αντίκρισα τον Αχιλλέα!Παραξενεύτηκα που τον είδα ολομόναχο να κάθεται με το κεφάλι σκυφτό, σε ένα από τα πακτωμένα ξύλινα παγκάκια.

–            Γιάννη, έχω καιρό να σε δω!  Ανταποκρίθηκε κουρασμένα στον χαιρετισμό μου.

Ο Αχιλλέας, από τους καλύτερους, εξυπνότερους και πιο πετυχημένους δικηγόρους,  είναι ίσως ο κοινωνικότερος άνθρωπος που γνώρισα ποτέ στη ζωή μου. Η πιθανότητα να τον βρεις εκτός γραφείου μόνο του είναι απειροελάχιστη, σχεδόν μηδενική. Έτσι αιφνιδιάστηκα και δεν κατάφερα να κρύψω την ανησυχία στη φωνή μου, όταν τον ρώτησα αν όλα πάνε καλά.

–            Τους βλέπεις Γιάννη μου αυτούς; Αντιγύρισε στην ερώτησή μου δείχνοντας τις προτομές. Αυτοί οι ξεχωριστοί άνθρωποι μας μάθανε να πολεμάμε στη ζωή και να διεκδικούμε το δίκιο μας. Να είμαστε παλικάρια. Μας διδάξανε την ιστορία, τα ιδανικά και τις αρετές της φυλής μας. Πάσχιζαν με πάθος και σοφία, να μας κάνουν καλούς και χρήσιμους ανθρώπους για την κοινωνία. Εμείς όμως τους προδώσαμε.

Αναρωτήθηκα αν ο φίλος μου περνάει, κάπως καθυστερημένα, κρίση ηλικίας ή αν, σαν έμπειρος δικηγόρος, πάει να ξεγλιστρήσει από την ερώτησή μου. Ωστόσο δεν επέμεινα. Κάθισα δίπλα του στο παγκάκι, ανακλαδίστηκα προσποιητά και του είπα δήθεν αδιάφορα: «Είναι απορίας άξιον Αχιλλέα, πως σ΄ αυτό εδώ το πάρκο που βρίσκεται στην καρδιά της πόλης δεν φτάνουν οι θόρυβοι από την κίνηση. Λίγες μόλις δεκάδες μέτρα από τον κεντρικότερο δρόμο και το μόνο που ακούγεται πεντακάθαρα, είναι το κελάηδημα των πουλιών».

Ο Αχιλλέας κατάλαβε την πρόθεσή μου να αλλάξω το κλίμα και πήρε τον λόγο. «Το παρατήρησα κι εγώ» μου είπε αφήνοντας έναν ανεπαίσθητο αναστεναγμό, «Η πόλη μας στο ιστορικό της κέντρο είναι γεμάτη με τέτοιους χώρους που σε ταξιδεύουν μακριά από τον αγχωτικό ρυθμό της σύγχρονης ζωής. Πήγαινε λίγο πιο πέρα και θα δεις τους θρύλους ν΄ ακολουθούν εκείνο το παλιό καλντερίμι. Στάσου κοντά σ΄ αυτό εκεί το πέτρινο  απομεινάρι της παλιάς στρατώνας και θ ακούσεις τις ζητωκραυγές της απελευθέρωσης κι ύστερα, έλα πάλι πίσω σ αυτά εδώ τα μικρά αριστουργήματα και παρέδωσε την ψυχή σου στο ευγενικό τους αγκάλιασμα.

–            Ωστόσο, τον διέκοψα, εμείς δεν φαίνεται να διαθέτουμε την παιδεία για να εκτιμήσουμε ότι υπάρχει γύρω μας και να δείξουμε σεβασμό στην παράδοση, στην πνευματικότητα και στον πολιτισμό που κληρονομήσαμε. Δεν είναι άραγε αλήθεια πως εδώ και πολλά χρόνια σταματήσαμε να παράγουμε, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, πολιτισμό;

         –            Είναι γιατί καταντήσαμε φίλε μου υλιστές. Μας έπνιξε ο καταναλωτισμός και αποχαυνωθήκαμε. Στερέψαμε από ιδέες. Αντικαταστήσαμε τα ιδανικά μας με τη φαυλότητα, τις αξίες μας με τη διαφθορά, τη δημιουργία με τον καταναλωτισμό, τους θεσμούς με την ξετσιπωσιά και τον πολιτισμό μας με τη χυδαιότητα. Δεν μας έμεινε διάθεση για προσφορά προς την πατρίδα και την κοινωνία, ούτε πάθος για να δοξάσουμε την Ελλάδα όπως έκαναν οι πρόγονοί μας.-           Είχα την τύχη, συνέχισε ο Αχιλλέας, να συναντήσω αρκετά χρόνια μετά τις σπουδές μας έναν σπουδαίο άνθρωπο και δάσκαλό μας. Τον Αρσένη Γεροντικό.  Είχαμε τότε μια παραπλήσια συζήτηση και μου έφερε σαν παράδειγμα τον Αισχύλο, τον σπουδαίο αυτόν δραματικό ποιητή της κλασικής Ελλάδας, τα έργα του οποίου σήμερα αποτελούν παγκόσμια κληρονομιά. Μου επισήμανε πως ο Αισχύλος δεν θεωρούσε τις τραγωδίες του ως το μεγαλύτερο επίτευγμα της ζωής του, αλλά τη συμμετοχή του στη μάχη του Μαραθώνα και την προσφορά του στην πατρίδα. Μου είπε επίσης πως η συμμετοχή του σ΄ αυτή την ιστορική για την Ελλάδα και την ανθρωπότητα μάχη που όρισε τη μοίρα του δυτικού πολιτισμού, ερμηνεύει τα έργα του ιδεολογικά, πολιτικά και φιλοσοφικά, αφού σ αυτά συμπυκνώνει ο ίδιος, αφενός την έννοια του δικαίου και αφετέρου τη συνείδησή του ως μαχόμενου πολίτη. Έτσι λοιπόν, όταν ο Αισχύλος προαισθάνθηκε το τέλος του βίου του ευρισκόμενος στην Σικελία, συνέταξε ο ίδιος το επιτύμβιο επίγραμμα που κόσμησε τον τάφο του και το οποίο έγραφε σε ελεύθερη μετάφραση: « Το μνήμα αυτό που βρίσκεται στην καρπερή γη της Γέλας, φιλοξενεί τον Αισχύλο γιο του Ευφορίωνα, για την παλικαριά του οποίου θα σου μιλήσει ο Μαραθώνας και ο μακρόμμαλος Πέρσης που την ξέρει απ την καλή».

Κάπου εκεί τελείωσε και η κουβέντα μας με τον Αχιλλέα που εν τω μεταξύ είχε αλλάξει προς το καλύτερο διάθεση. Πήραμε ο καθένας τον δρόμο του, με τη βεβαιότητα πως ο πνευματικός κόσμος της χώρας μας δεν μπορεί παρά να αντιδράσει σύντομα και η παιδεία μας θα πάρει επιτέλους τη σωστή κατεύθυνση. Θα γίνει για μια ακόμη φορά ο μοχλός και το εφαλτήριο για την αναγέννηση του έθνους μας.

Γιάννης Β. Δεβελέγκας
Αναρτήθηκε από στις 

 

 

Κατηγορίες: Δραστηριότητες συνδέσμου. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.

Αφήστε μια απάντηση