Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΑΡΤΙΔΑ ΤΗΣ ΧΡΕΟΚΟΠΗΜΕΝΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΦΘΑΡΜΕΝΗΣ ΜΙΝΤΙΟΚΡΑΤΙΑΣ

Η τελευταία παρτίδα της χρεοκοπημένης και διεφθαρμένης μιντιοκρατίας

 “ Που το πάνε τα μνημονιακά παπαγαλάκια; ”
Έχει αρχίσει να καταντά επικίνδυνο το επικοινωνιακό παιγνίδι της πτωχευμένης και διεφθαρμένης μιντιοκρατίας. Κάποτε ο κόσμος ήξερε ότι είχε να κάνει με μια «κάστα» συγκεκριμένων καλοπληρωμένων κονδυλοφόρων, οι οποίοι περνούσαν μια συγκεκριμένη «γραμμή», την οποία υπαγόρευαν τα αφεντικά τους. Αυτό γινόταν για έναν συγκεκριμένο λόγο βέβαια, ο οποίος δεν ήταν άλλος από το να πιέζουν τις εκάστοτε κυβερνήσεις και τους υπουργούς, προκειμένου να παίρνουν έργα του δημοσίου. Όταν κάποιος υπουργός δεν τους έκανε τα «χατίρια», τότε αυτοί τον «κρεμούσαν στα μανταλάκια» προς γνώση και…

συμμόρφωση των επομένων.
 
Τα τελευταία χρόνια όμως και ειδικότερα κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους το πράγμα δείχνει να ξεφεύγει πέρα από κάθε έλεγχο. Πλέον, ο ελληνικός λαός δεν έχει να κάνει με μια χούφτα «στρατηγών» της «ενημέρωσης», αλλά με ολόκληρους στρατούς μισθοφόρων. Υπάρχουν παντού και κυκλοφορούν ανάμεσα στον κόσμο. Τον «βομβαρδίζουν» αδιάκοπα με τις εντολές των αφεντικών τους, δεν έχουν και δεν τηρούν καμιά και κανενός είδους δημοσιογραφική δεοντολογία. Γενικότερα, δεν έχουν ηθικές αναστολές.
 
Όταν εκείνο το βράδυ της 11ης Ιουνίου έπεσε το «μαύρο» της κυβέρνησης της ντροπής στην ΕΡΤ και μάλιστα από έναν πρώην «δημοσιογράφο» – τηλεστάρ, τον Σίμο Κεδίκογλου, οι περισσότεροι (αν όχι όλοι) του μιντιακού κατεστημένου σιώπησαν ή έριξαν κάποια υποκριτικά «δάκρυα». Στην πραγματικότητα τα αφεντικά τους, του ιδιωτικού τομέα, είχαν και έχουν τεράστιο κέρδος από αυτή την θλιβερή εξέλιξη. Το διαφημιστικό κομμάτι της «πίτας» αυξήθηκε για αυτούς, αλλά και πήραν προγράμματα, μεταδόσεις και τηλεοπτικά δικαιώματα για πράγματα που ούτε στο όνειρό τους δε θα έβλεπαν.
 
Παρά το γεγονός ότι κατακλύζουν τα δελτία τους και τις εκπομπές τους για τα «θαύματα» της ελεύθερης αγοράς, το χέρι στην τσέπη δεν το βάζουν. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα όλων, γνωστός τηλεοπτικός σταθμός, ο οποίος έχασε τα τηλεοπτικά δικαιώματα για τη μεγαλύτερη ποδοσφαιρική διασυλλογική διοργάνωση. Το συγκεκριμένο αθλητικό γεγονός αποφέρει τεράστια κέρδη, καθώς η τηλεθέαση χτυπά «κόκκινο». Για έναν επιχειρηματία της ελεύθερης αγοράς όμως που θέλει να έχει κέρδη, είναι αυτονόητο ότι θα πρέπει να κάνει και επενδύσεις. Κοινώς να βάλει το χέρι στην τσέπη. Τα χρήματα και τα κέρδη δεν έρχονται από τον ουρανό. Κι όμως ούτε για αυτή τη σίγουρη επένδυση δεν άνοιξαν το πορτοφόλι οι θιασώτες του νεοφιλελευθερισμού, της τρόικα και βέβαια της συγκυβέρνησης Σαμαρά – Βενιζέλου.
 
Όταν λοιπόν η ΕΡΤ έκλεισε, «άνοιγαν σαμπάνιες» και η χαρά τους δεν κρυβόταν για το λουκέτο στη «σοβιετική» τηλεόραση. Έτσι την αποκαλούσαν και συνεχίζουν να την αποκαλούν. Τα μνημονιακά παπαγαλάκια δε δίστασαν σε άλλο γνωστό τηλεοπτικό σταθμό να ρίξουν το «κλάμα» τους επί μέρες για μια συγκεκριμένη ομάδα που δεν έτυχε καλής διαιτησίας. Η συγκεκριμένη ομάδα (όλως τυχαίως) ανήκει στον ιδιοκτήτη του συγκεκριμένου τηλεοπτικού σταθμού. «Σφαγιάζεται το ελληνικό ποδόσφαιρο» είπαν. «Δεν πάει άλλο αυτή η κατάσταση», έλεγαν ουρλιάζοντας. «Εδώ και τώρα κάθαρση», έκρωζαν. Όλα αυτά για μια εταιρεία, γιατί ως γνωστό οι ομάδες είναι επαγγελματικά σωματεία – ανώνυμες εταιρείες, άρα επιχειρήσεις.
 
Από την άλλη μεριά όμως, δεν έχουν την ίδια ευαισθησία όταν βλέπουν την ελληνική κοινωνία να ισοπεδώνεται και να καταστρέφεται από μια λαομίσητη και επικίνδυνη για τα ελληνικά συμφέροντα κυβέρνηση. Το αντίθετο μάλιστα. Την υποστηρίζουν με νύχια και με δόντια. Με οποιοδήποτε κόστος. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα συνεχίσουν να το κάνουν γιατί εκεί έχουν τοποθετήσει τα συμφέροντά τους αδιαφορώντας για το τι γίνεται γύρω τους. Τους ξεφεύγει μια «λεπτομέρεια» όμως. Κάποια στιγμή, ο τροχός γυρνάει (πάντοτε συμβαίνει), και όπως είπε και ο πρόσφατα απολυμένος δημοσιογράφος του ΔΟΛ, Γιάννης Ανδρουλιδάκης αναφερόμενος στα λόγια του Μπρέχτ: «Όταν για την αδυναμία μας περιγελούν, δεν πρέπει πια να χάνουμε καιρό. Πρέπει έτσι να το φροντίσουμε, που όλοι οι αδύναμοι να βαδίσουμε μαζί. Και τότε κανείς πια δεν τολμά να μας περιγελάει».
Του Κώστα Καπνίση από periodista
Κατηγορίες: 'Αρθρα. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.

Αφήστε μια απάντηση