ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΙΑ ΚΑΙ ΚΡΙΣΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΙΑ ΚΑΙ ΚΡΙΣΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ του Δημήτρη Ζακοντίνου

 

Στην ελεύθερη οικονομία οι αγοραπωλησίες μετοχών, ομολόγων, τίτλων ακινήτων κ.α. χρηματοπιστωτικών προϊόντων υπόκεινται σε φαινόμενα κερδοσκοπίας που κατά βάση χαρακτηρίζονται από μία άνοδο των τιμών που καταλήγει απότομα συνήθως σε καταστροφικά αποτελέσματα.
Η διαδικασία είναι κλασική και αρκεί μία φήμη στην Αγορά, ότι επίκειται αύξηση των τιμών, να δημιουργήσει την προσδοκία ότι η αξία αυτών των «προϊόντων» αύριο θα είναι μεγαλύτερη και το αποτέλεσμα είναι να προσελκύονται όλο και περισσότεροι αγοραστές που καλύπτουν την συνεχώς αυξανόμενη τιμή τους.
Από αυτό το φαινόμενο δεν ξεφεύγουν ούτε ιδιώτες, ούτε επιχειρήσεις, αλλά ούτε και τα διάφορα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και ταμεία (FUND) καθόσον η ραγδαία αύξηση των τιμών δημιουργεί τάσεις απόσπασης μεγαλύτερου μεριδίου από τον παραγόμενο πλούτο που όμως δεν έχει καμία σχέση με οποιαδήποτε παραγωγική διαδικασία.
Όπως ακριβώς άρχισε η άνοδος των τιμών, έτσι ακριβώς επέρχεται και η αναπόφευκτη πτώση όταν κάποιοι που έκριναν ότι κέρδισαν αρκετά αρχίσουν να αποχωρούν μαζικά συμπαρασύροντας και τους υπόλοιπους που θέλουν και αυτοί να κερδίσουν.  Δεν χρειάζεται και πολλή σκέψη να γίνει αντιληπτό ότι η υπερβολική προσφορά θα επιφέρει την απότομη πτώση των τιμών με επακόλουθο την οικονομική καταστροφή των πολλών.
Οι επιπτώσεις μετά από μία τέτοια εξέλιξη προκαλούν αναμφίβολα οικονομική αλλά και πολλές φορές κοινωνική κρίση που στο παρελθόν έχουν αντιμετωπισθεί με διάφορους τρόπους.
Ωστόσο σήμερα βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη, η κρίση που ξεκίνησε στις ΗΠΑ το 2008 έχοντας ως αφετηρία την κατάρρευση των τιμών των ακινήτων πάνω στις οποίες στηριζόταν ένα σύστημα χρεογράφων που είχε διαμορφωθεί με την προοπτική ότι οι αξίες των ακινήτων πάντα θα αυξάνονταν και ότι στη χειρότερη περίπτωση η αξία τους θα μπορούσε να ελεγχθεί.
Τελικά κανένας από τους σχεδιασμούς δεν λειτούργησε.  Οι τιμές των ακινήτων έπεφταν συνεχώς και δεν μπορούσαν να ελεγχθούν, η αξία των χρεογράφων έγινε ακαθόριστη, οι αγορές έπαψαν να στηρίζουν το σύστημα και όταν η ομοσπονδιακή τράπεζα των ΗΠΑ διέκοψε τη χρηματοδότηση αυτό κατέρρευσε οδηγώντας σε πτώχευση πολλές επενδυτικές τράπεζες ακόμα και την κορυφαία LEHMAN BROS, προκαλώντας βαθειά οικονομική κρίση στη χώρα.
Ωστόσο η κρίση μεταφέρθηκε αστραπιαία και στην Ευρωζώνη καθόσον πολλές (κυρίως ΓερμανοΓαλλικές) Τράπεζες είχαν εκτεθεί στην Αγορά τίτλων ύψους 1 τρις ευρώ περίπου εκδόσεως τραπεζών που πτώχευσαν.
Η απώλεια κεφαλαίων σε αυτό το μέγεθος, καθώς και η έκθεσή τους στη χρηματοδότηση εταιριών που αδυνατούσαν να εισπράξουν τις απαιτήσεις τους, λόγω της υφέρπουσας ευρωπαϊκής ύφεσης, (Σύμφωνα με τη Σουηδική εταιρία διαχείρισης κεφαλαίων INTRUM JUSTICIA το 2010 οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις διέγραψαν απαιτήσεις ανεπίδεκτες είσπραξης 312 δις ευρώ) δημιούργησαν ένα εκρηκτικό μίγμα από έλλειψη ρευστότητας και αδυναμίας εκπλήρωσης των υποχρεώσεών τους και αρκούσε μία δευτερεύουσα αιτία να προκαλέσει την πτώχευσή τους με απρόβλεπτες συνέπειες για την Ευρωπαϊκή και παγκόσμια οικονομία. Κατά συνέπεια η διάσωσή τους ήταν προτεραιότητα για τις κυβερνήσεις Γερμανίας – Γαλλίας.
Ενώ όμως στις ΗΠΑ η κρίση εκτονώθηκε με πρωτοβουλία της Κυβέρνησης που διέθεσε τεράστια χρηματικά ποσά για τη σταθεροποίηση του χρηματοπιστωτικού και επιχειρηματικού συστήματος της χώρας, στην Ευρώπη η έλλειψη μεταξύ άλλων κοινής οικονομικής πολιτικής και ευρωπαϊκής συνείδησης βοήθησαν την commission και τις κυβερνήσεις Γερμανίας και Γαλλίας να επιβάλλουν ως μέθοδο εξόδου από την κρίση την τήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας (3%/ ΑΕΠ), όπως προβλέπεται από τη συνθήκη του Maastricht.
Αυτομάτως προκλήθηκε μία κρίση χρέους σε όλες τις χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου, αλλά και στην Ιρλανδία, όμως για άλλους λόγους.
Ωστόσο ιδιαίτερα για τη Χώρα μας και ανεξαρτήτως από τη διαχρονική ανευθυνότητα και ανεπάρκεια των κυβερνήσεών της, ήταν γνωστό σε όλους ότι υπήρχε υψηλό Δημόσιο χρέος, δημοσιονομικό έλλειμμα, ενώ η επί μονίμου βάσεως χρήση της Δημιουργικής Λογιστικής που απέκρυπτε τα πραγματικά οικονομικά μεγέθη, γινόταν κατά τεκμήριο δεκτή από τα διάφορα ευρωπαϊκά όργανα.
Παρόλ’ αυτά η μη βιωσιμότητα του χρέους της (έλλειμμα 115%), αντίληψη που εκμαιεύθηκε κατόπιν μεθοδεύσεων με την συνεργασία και της Ελληνικής Κυβέρνησης οδήγησε στη δημιουργία μηχανισμού στήριξης (ΤΡΟΙΚΑ-ΔΝΤ, Ε.Ε., Ε.Κ.Τ) που προχώρησε στη χρηματοδότηση (240 δις ευρώ) της Χώρας μας, αλλάζοντας ωστόσο το προφίλ του χρέους, καθόσον τα Ελληνικά ομόλογα που κατείχαν κυρίως οι Γερμανογαλλικές τράπεζες αποπληρώθηκαν και τα κατέχει πλέον ο μηχανισμός στήριξης (δηλαδή η ΤΡΟΙΚΑ).  Όμως ο τρόπος εξόφλησης  αυτών των δανείων που συνδυάζονταν με τη λήψη μέτρων δημοσιονομικής εξυγίανσης (μείωση μισθών- συντάξεων) τη συνεχή και αδιάλειπτη δημιουργία φορολογικών επιβαρύνσεων, την απουσία προοπτικών για παραγωγικές επενδύσεις και την εκτίναξη της ανεργίας στο 30% ουδόλως συνηγορούν για την επαναφορά του χρέους σε «βιώσιμα» επίπεδα εμποδίζοντας τη Χώρα να αποτανθεί στις διεθνείς χρηματαγορές με ότι αυτό συνεπάγεται για το βιοτικό επίπεδο των κατοίκων της και την ασφάλεια της.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Κατά συνέπεια μπορούμε με βεβαιότητα να εξάγουμε το συμπέρασμα ότι η μεθόδευση και η επιβολή του συγκεκριμένου σχεδιασμού εκ μέρους της ΤΡΟΙΚΑ έδωσε άμεσα ρευστότητα στις Γερμανογαλλικές τράπεζες ενώ η επί 3ετία φημολογία για επικείμενη χρεοκοπία της Ελλάδας οδήγησε στις Τράπεζες του εξωτερικού περίπου 70 δις ευρώ, ενισχύοντας την ευρωπαϊκή ρευστότητα και απομυζώντας τους τελευταίους πόρους της Ελληνικής οικονομίας.
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
Αναμφίβολα και πρέπει να αντιμετωπισθούν τα εγγενή προβλήματα της Χώρας, όπως το δημοσιονομικό έλλειμμα, το μεγάλο χρέος, η φοροδιαφυγή, η γραφειοκρατία, η έλλειψη ανταγωνιστικότητας, ωστόσο η ακολουθητέα, εδώ και τρία χρόνια πολιτική, έχει οδηγήσει τη Χώρα σε μία πρωτοφανή για τα παγκόσμια δεδομένα ύφεση (ΑΕΠ 2008 240 δις ευρώ – ΑΕΠ 2012 195 δις ευρώ) με εκτίναξη της ανεργίας σε ποσοστό άνω του 25%, ενώ οι τοποθετήσεις αξιωματούχων της Ε.Ε. για περαιτέρω χρηματοδότηση και νέο κούρεμα του χρέους δεν αφήνουν καμία ελπίδα δημιουργίας ευνοϊκού επενδυτικού κλίματος και σαφώς δεν αποτελούν επενδύσεις οι πωλήσεις υγιών Ελληνικών κρατικών επιχειρήσεων.
Η λύση του Ελληνικού Οικονομικού προβλήματος είναι καθαρά ΠΟΛΙΤΙΚΗ.
Η όποια Ελληνική κυβέρνηση πρέπει να απαλλαγεί από δογματισμούς και η Δημοσιονομική πολιτική που θα ακολουθηθεί θα πρέπει να έχει εθνικό χαρακτήρα λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της οικονομίας και της κοινωνίας.
Η όποια Ελληνική κυβέρνηση πρέπει να αποταθεί εκ νέου στους Δανειστές έχοντας προηγουμένως εκπονήσει ένα δικό της σχέδιο εξόδου από την κρίση, ένα σχέδιο που θα προσβλέπει σε μία αναπτυξιακή πορεία της Χώρας, την εξυγίανση και αναδιάρθρωση της οικονομίας στις σημερινές κοινωνικές και τεχνολογικές απαιτήσεις.
Ένα σχέδιο που θα προβλέπει την αύξηση της ζήτησης προϊόντων και υπηρεσιών και κατά συνέπεια της απασχόλησης.
Και είναι σε όλους γνωστό ότι μία ανεπαρκής ζήτηση μειώνει την απασχόληση και προκαλεί ανεργία όπως και ότι η υπερβολική φορολόγηση προκαλεί τάσεις φοροδιαφυγής και ενίσχυσης της παραοικονομίας.
Θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την πορεία προς μία οικονομική ανάπτυξη είναι η ισορροπία μεταξύ αποταμιεύσεων και  επενδύσεων γιατί η συσσώρευση χρήματος είναι η αιτία των οικονομικών κρίσεων.
Τέλος, για την κυβέρνηση θα ήταν εγκληματικό να μένει αδιάφορη μπροστά στο κύμα της ογκούμενης ανεργίας που μόνο καταστρεπτικές συνέπειες θα έχει εάν συνεχισθεί.
Βέβαια τα παραπάνω προϋποθέτουν την έξοδό μας από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό του μνημονίου που μας οδηγεί όλο και περισσότερο στην ύφεση και στην ανέχεια γι’ αυτό άμεσα πρέπει να προταθούν (εναλλακτικά).
α. Μείωση των τοκοχρεωλυτικών δόσεων (σήμερα >40 δις ευρώ) με αντίστοιχη επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής σε επίπεδα που θα επιτρέψουν την χρηματοδότηση και εφαρμογή του προγράμματος.
β. Αναστολή πληρωμής του χρέους για ορισμένα χρόνια ανάλογα με το εκπονηθέν αναπτυξιακό πρόγραμμα (π.χ. 3 ή 5 χρόνια) και επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής του, πράγμα που θα επιφέρει και τη μείωση των δόσεων.
Σε κάθε περίπτωση θα καταβάλλονται οι λογισθησόμενοι τόκοι, ώστε αφ’ ενός να μην ζημιώνονται οι δανειστές και αφ’ ετέρου να μην αυξάνεται το ποσό του δανείου.
Πιστεύουμε ότι είναι μία τίμια και ρεαλιστική πρόταση, σύμφωνα με την οποία οι δανειστές δεν ζημιώνονται, ενώ η εφαρμογή ενός αναπτυξιακού προγράμματος βασισμένου στην ιδιαιτερότητα της Ελλάδος θα επιτρέψει τη δημιουργία κατάλληλου κλίματος, ώστε να γίνουν παραγωγικές επενδύσεις, δημόσιες και ιδιωτικές και να σταματήσει αυτή η απίστευτη οικονομική κατρακύλα.
Κατηγορίες: 'Αρθρα. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.

Αφήστε μια απάντηση