ΚΟΥΒΕΝΤΙΑΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑ

«Είπατε τω βασιλεί, χαμαί πέσε δαίδαλος αυλά, ουκέτι Φοίβος έχει καλύβην, ου μάντιδα δάφνην, ουδέ παγάν λαλέουσαν. Απέσβετο και λάλον ύδωρ».

Όλοι λίγο πολύ ξέρουμε ότι αυτός φέρεται να ήταν ο «τελευταίος» χρησμός που έστειλε η Πυθία από το Μαντείο των Δελφών στον Ιουλιανό τον «Παραβάτη». Εξηγούσε ότι πλέον το μαντείο έχει σβήσει ως θεσμός. «…Δεν έχει πια καλύβα ο Θεός Απόλλων, ούτε δάφνη μάντισσα, ούτε πηγή που λαλεί, στέρεψε και το νερό που “μιλούσε”». Η νεοπαγής χριστιανική εξουσία έδινε βαρύ συμβολισμό. Ότι πλέον περάσαμε σε μια νέα εποχή, ο αρχαίος ελληνισμός (των «Εθνικών» και του Δωδεκάθεου) έσβηνε. Και γεννιόταν, σχετικά βιαίως, το χριστιανικό Βυζάντιο.

Πολύ θα θέλαμε να ήταν εφικτό να πει κανείς σήμερα και για τον εθνοκτόνο Λαϊκισμό της καθ’ ημάς Δημοκρατίας, ότι «απέσβετο και λαϊκισμένον ύδωρ». Μακάρι να μπορούσαμε να πούμε στους αμετανόητους Ανδρεολάτρεις ότι ο καιρός του Μεγάλου (αν τον βάζαμε στη θέση του Θεού Απόλλωνα με τη λύρα του) έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Γιατί ο Πατριάρχης έφυγε, ενώ σταδιακά διαρρέουν οι πομπές του, αλλά οι μέτριοι επίγονοί του δηλώνουν παρόντες. Και είμαστε έτοιμοι να δοθούμε στον επόμενο τυχάρπαστο λαϊκιστή, που θα μπορέσει να πιάσει τον παλμό του οχλοπολτού.

Πληροφορηθήκαμε εσχάτως ότι ο παλαίμαχος δημοσιογράφος κ. Γιάννης Καψής, φίλος και υπουργός του Ανδρέα Παπανδρέου, παραδίδει εμπιστευτικά στο κοινό του το βιβλίο «Κουβεντιάζοντας με τον Ανδρέα – Ρητά και Απόρρητα». Δεν είναι έκπληξη ότι πρόκειται για μια αγιογραφία χωρίς αιδώ. Από πολύ παλιά ο κ. Καψής είχε πάθει έρωτα με τον Μεγάλο, που ποτέ δεν κρυβόταν. Άλλωστε, η πλειστόκαινος δεινοσαυρική εποχή της καθ’ ημάς δημοσιογραφίας, ακόμα είναι εδώ, συνοδό φαινόμενο του κυρίαρχου εθνικού Ισλάμ. Ποιος δεν θυμάται τον αείμνηστο Κακαουνάκη να λέει «εμείς είμαστε δημοσιογράφοι της από δω παρατάξεως και οι άλλοι είναι της από κει παρατάξεως». Έτσι γραφόταν η επικαιρότητα και η Ιστορία στα ραγιάδικα μπουλούκ ασκέρια. Στις κανονικές χώρες ο δημοσιογράφος είναι μόνο της ενιαίας δημοσιογραφικής παρατάξεως. Το να λες π.χ. είμαι κομμουνιστής δημοσιογράφος, είναι το πιο σύντομο ανέκδοτο, οπουδήποτε προηγείται η αριθμητική της βασκανίας. Επειδή η δημοσιογραφία νοείται μόνο ως μη εξαρτημένη από άνωθεν επιταγές και δεσμεύσεις. Έτσι, λοιπόν, ο κ. Καψής ασκούσε «δημοσιογραφία» Ανδρεϊκή, ένα πράμα. Όσο και αν επικαλεστεί το ότι από ένα σημείο και πέρα ήταν πλέον πολιτικός και όχι δημοσιογράφος, το ζήτημα αυτό παραμένει ανοιχτό. Ας πάρουμε μια ιδέα από αυτό το άσμα ηρωικό και πένθιμο.

«Μισοξαπλωμένος στα μαξιλάρια του. Ανέπνεε με δυσκολία. Το βλέμμα καρφωμένο στο άπειρο. Τι να έβλεπε; Είχα ακουμπήσει άθελά μου το χέρι μου στα σκεπάσματα. Κάποια στιγμή μού το έσφιξε με το δικό του χέρι. Ανατρίχιασα. Έκαιγε από τον πυρετό. Ένιωθα τα κόκαλα του χεριού που τα είχε εγκαταλείψει η σάρκα.
– Πες μου, πώς πάνε τα εθνικά μας προβλήματα;
Αναστατώθηκα. Η φωνή του έφερε στη σκέψη την κραυγή “Η Ελλάδα στους Έλληνες”. Πού βρήκε τη δύναμη; Το βλέμμα του αγριεμένο. Έβλεπε τον Χάροντα και του αντιστεκόταν.
– Πρόεδρε, άφησέ τα αυτά. Να σου περάσει ο πυρετός και θα τα ξαναπούμε.
– Πες μου τώρα… Θέλω να μάθω…
Είχα ζαρώσει δίπλα του. Στα λόγια του στυλώθηκα. Το μεγαλείο ενός ανθρώπου που, βλέποντας το τέλος να πλησιάζει, σκέψη άλλη δεν είχε παρά την Ελλάδα, με είχε συνεπάρει
».

Η μινόρε σάλτσα φυσικά και δεν θα μπορούσε να λείψει. Κατ’ εικόνα και ομοίωση του Μεγάλου, που ήξερε ακόμα και (κυρίως) στην πολιτική του ανάλυση να μην απευθύνεται στο μυαλό, αλλά στην καρδιά. Άλλωστε δεν είχε ακουστεί τυχαία στην προεκλογική Πλατεία της Καβάλας (Ιούνιος 1989) το βαρυσήμαντο σύνθημα: «Στου λαού την καρδιά, δεν χωράει η Δεξιά».

«…- Πείτε µας δυο λόγια… Τι αισθάνεστε που έφυγε ο πρόεδρος;
Ένας λυγµός. Ένας βαθύς λυγµός. Δεν έχει ακόµη κοπάσει…
– Όταν τόσοι πολλοί προσπαθούν να τον σφετερισθούν, να τον αντιγράψουν, αγνοώντας ότι ο Ανδρέας διδάσκει αλλά δεν αντιγράφεται. Και τα θλιβερά κακέκτυπα αποτελούν τη χειρότερη υπηρεσία για την αξιολόγηση της πολιτικής υποθήκης του.
– Όταν άλλοι προσπαθούν να τον αµαυρώσουν, προσφέροντας την πιο µεγάλη υπηρεσία, µιας και η µεγαλοσύνη των µεγάλων µετριέται στη σκιά τους, όπως λέει κι ο ποιητής.
– Όταν έχει έλθει η στιγµή να λεχθούν και τα απόρρητα, αν όχι όλα, αρκετά, ώστε ο ιστορικός του µέλλοντος να φθάσει κοντά στην αλήθεια…
Τότε και η πιο µικρή λεπτοµέρεια έχει τεράστια σηµασία
».

Στα τηλεοπτικά δελτία, ο κ. Καψής έλεγε προχτές για όσους μέμφονται τον μεγάλο εκλιπόντα: «Έχει σήμερα τα χάλια της Υγεία. Φταίει ο Αντρέας, που έφτιαξε το ΕΣΥ; Υπάρχει αναξιοκρατία. Ο Αντρέας που έφτιαξε το ΑΣΕΠ, φταίει;». Ε, φυσικά, γιατί να φταίει ο Αντρέας, που τόσο πονούσε για την Ελλάδα, όταν αργόσβηνε βασανιστικά. Και ευτυχώς που ήταν παρών ο κ. Καψής για να το αποτυπώσει και να μας το αναμεταδώσει.

Δεν ξέρουμε πόσο πειστικά ακούγονται σήμερα όλα αυτά τα επικολυρικά, από τη στιγμή που σταδιακά αποκαλύπτεται ότι η σημερινή χρεοκοπία έρχεται σφαιράτη, δρομολογημένη από την εποχή του Αντρέα. Αυτός, με το Πατριωτικό και Κοινωνικό ΠΑΣΟΚ του, ήρθε και υποσχέθηκε δύο πράγματα: «υπερήφανη εξωτερική πολιτική», και «καλύτερη τύχη για τους μη προνομιούχους».

Πλέον ο κόσμος έχει χωνέψει αυτό που ο κ. Καψής αδυνατεί να καταγράψει. Ότι το μεν «Πατριωτικό», με τις μακεδονικές του κορόνες, με τα «ούτε Μακεδονία ούτε παράγωγα», με την αποχώρηση από τον ΟΗΕ και το Εμπάργκο, υποθήκευσε διπλωματικά την υπερήφανη πατρίδα. Κλασικό ποντίκι που βρυχάται, με τα ΟΧΙ και τα γιούργια. Το δε «Κοινωνικό», «φτωχοποίησε» τους μη προνομιούχους και υποθήκευσε δημοσιονομικά τη χώρα.

Κυρίως, όμως, παρά τις αγιογραφικές κορόνες, ο κόσμος έχει χωνέψει ότι η ηθική χρεοκοπία μας, που έφερε όλα τα σημερινά χάλια, έχει όνομα και διεύθυνση. Και παντού διάχυτο, στην αρχή, στη μέση, στο τέλος, βρίσκεται το εικόνισμα του Μεγάλου.
Τα μεγάλα πτερόεντα έπη του υπερίπτανται της κοινωνίας μας και τη συγκλονίζουν. «Είπαμε, κύριε Μαυράκη, να κάνουμε ένα δωράκι στον εαυτό μας, αλλά όχι και 500 εκατομμύρια!» δείχνοντας ακριβοδίκαια πόση πρέπει να είναι η σωστή διαφθορά, πέραν της οποίας έχουμε διαφθορά μη σωστή.

«Δεν υπάρχουν θεσμοί, υπάρχει μόνο κυρίαρχος λαός!». Και φυσικά υπάρχω κι εγώ ο Μεγάλος, που ο κυρίαρχος λαός μου έχει λογικά εκχωρήσει το δικαίωμα να τον ερμηνεύω αυθεντικά και να ενεργώ όταν χρειάζεται για λογαριασμό του, πέρα από τους τετριμμένους θεσμούς…

Το έχουμε αλλού καταγράψει με πολλά παραδείγματα. Δεν ξηλώνεται ηθικά και δεν αποκαθηλώνεται το Τοτέμ από το βάθρο, όπου το προσκυνάμε; Τότε, ούτε θα γκρεμίζεται το Πελατειακό Ιδιωτικό Παρακράτος (που μας κατέστρεψε και ακόμα μας βυθίζει στο χάος), που ο Μεγάλος ίδρυσε, θεμελίωσε, ανέπτυξε. Και του διασφάλισε τη μακροημέρευση, διά του εκδημοκρατισμού της διαφθοράς, με την ανοχή στην ανομία των δικών μας παιδιών. Στο ίδιο κλίμα, η πολωτική λογική των γαλάζιων και πράσινων καφενείων και το απότοκο μίσος, που ασκόπως έφερνε απέναντι Καλαμπόκες και Τεμπονέρες. Όπως και η γελοία αυριανοτομπρική λογική ότι το «αντιδεξιό μίσος» κατά του δεξιού είναι «αριστερό», αποτέλεσε πρόδρομο φαινόμενο του Ποικιλόχρου Ακροδεξιού Φαινομένου.

Σίγουρα υπάρχει ένα ευρύ κοινό που περιμένει με δίψα το πόνημα του κ. Καψή. Κυρίως για να θυμηθεί τα περασμένα μεγαλεία και να ξανανιώσει υπερήφανος Έλληνας. Να θυμηθεί τις μεγάλες στιγμές του Ελληνισμού, τις ιαχές στις προεκλογικές φιέστες του πολιτικού νεαντερταλικού Ισλάμ. Όταν ο Αντρέας έκανε έρωτα με τους δοτικούς οχλοπολτούς, ραντίζοντάς τους με τα μεγάλα λόγια του.
Βέβαια, ο συγγραφέας θα επικαλεστεί ότι ήταν μύστης της εξωτερικής πολιτικής και αυτά τα κόλπα δεν τα ήξερε καλά. Και θα του απαντήσει κανείς ότι ο Λαϊκισμός είναι ενιαίος, τόσο εντός όσο και εκτός. Γιατί και στη Διπλωματία διέπρεψε ο Μεγάλος. Τόσο που πολύ τον θαύμασε ο κ. Καψής. Μιλάμε για «βλέποντας και κάνοντας» και ό, τι να ’ναι ας κάτσει.

Ντεμέκ θεωρία των παιγνίων, χωρίς εθνική στρατηγική, πάντα φέρνει σταθερή υποχώρηση θέσεων και μοιραία εθνική μειοδοσία. Ηρωική «υπερήφανη» εξωτερική πολιτική με φοβερούς φουνταριστούς Παπούλια και Καψή, είναι κάτι το θεαματικό. Αλλά τελικά είναι απλώς bon pour l’ orient, φανταχτερή για υπανάπτυκτους ιθαγενείς, αλλά σταθερά ζημιογόνα «διπλωματία».

Οι μόνες φορές που κάτι θετικό πετύχαμε, ήταν η σταθερή οραματική προσήλωση σε εφικτό στόχο, χωρίς θέαμα, με πολλή ουσία, κάτι που δεν ταιριάζει σε εθνικούς τζογαδόρους. Έτσι μπήκαμε στην ΕΟΚ, έτσι μπήκαμε μετά στην ΟΝΕ, έτσι βάλαμε και την Κύπρο στην ασφαλή ευρωπαϊκή αγκαλιά. Αντίθετα, ο Αντρέας δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει το Μακεδονικό ως ιδιοτελή μοχλό, μόνο για να βάλει τρικλοποδιά στον Μητσοτάκη και να ανακαταλάβει την εξουσία. Αν και διέβλεπε μάλιστα ότι κατά βάθος έτσι ξόδευε τζάμπα διπλωματική ενέργεια, που θα αποδεικνυόταν αργότερα πολύτιμη για το Αιγαίο (Ύμια, γκρίζες ζώνες κ.λπ.)…

Εντάξει, όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν. Μας τέλειωσε ο Αυριανισμός, μας πέρασε ο Χριστοδουλισμός, μας ήρθε ο Αγανακτισμός. Το Ισλάμ είναι εδώ, ενωμένο, δυνατό. Το μεγάλο Τοτέμ έχει φύγει. Αλλά τώρα στο πόδι του έχουνε αμοληθεί τα γατάκια του Νεολαϊκισμού, αντάξια του επιπέδου μας. Είχαμε τον αμέριμνο ανωφελή Κωστάκη («Εκτιμώ βαθιά τον Ανδρέα Παπανδρέου») που έφερε την καταστροφή. Και τον Γιωργάκη, που δεν μπόρεσε να τη μαζέψει και να πετύχει το θαύμα του νέου πατροκτόνου Οιδίποδα. Τώρα που κωλοτούμπαρε ο Σαμαράς, υπάρχουν Καμμένοι, Αλέξηδες, Μιχαλολιάκοι. Κάτι τέτοιους ο Μεγάλος μια μπουκιά θα τους έκανε, αν στηνότανε ένας ιστορικός διαγωνισμός Λαϊκισμού. Αλλά τώρα αυτούς έχουμε, με αυτούς χορεύουμε. Το Ποικιλόχρουν Ακροδεξιό Φαινόμενο μπαίνει σε νέα φάση ωριμότητας, χωρίς τον Αντρέα του, ο οποίος περνάει πλέον στο Πάνθεον του Διεθνούς Λαϊκισμού, μαζί με άλλους μεγάλους ιδρυτές ευαγών Μπανανιών.

Ας το καταλάβουν, πάντως, όλοι αυτοί οι ηθοποιοί δευτέρας διαλογής, ο Ανδρέας ο Λεοντόκαρδος ήταν άφθαστος. Όταν ανέβαινε στο πάλκο, δονούνταν σύγκορμο και έκλαιγε το έθνος, γιατί την έπαιζε τη show business στα δάχτυλα. Πώς να τον ξεπεράσεις, Καραμήτρο; Πού πάτε, χωρίς αυτογνωσία, ψωνισμένα μωροφιλόδοξα γατάκια; Διαβάστε, λοιπόν, το «Κουβεντιάζοντας με τον Αντρέα», μπας και κλέψετε καμιά καλή ιδέα.

 ΑΝΑΡΤΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ATHENS VOICE

 image

 

 

Κατηγορίες: 'Αρθρα. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.

Αφήστε μια απάντηση