Οι επιλογές της γερμανικής γεωπολιτικής!!

Η Γερμανία και ο επερχόμενος Βιλχελμίνειος Ιμπεριαλισμός

Απόσπασμα (σσ. 170-177) από το βιβλίο του Wolfgang Michal, Η Γερμανία και ο επερχόμενος Βιλχελμίνειος Ιμπεριαλισμός. Το βιβλίο μπορείτε να το προμηθευτείτε από το χώρο πολιτικής και πολιτισμού του Άρδην.

Του Wolfgang Michal από τη Ρήξη φ. 95
  Ο Χάιντς Μπριλ, επικριτής της πρόσδεσης της Γερμανίας στη Δύση και σήμερα διευθυντής Έρευνας του Ομοσπονδιακού Στρατού, περιγράφει τις γερμανικές «επιλογές» του μέλλοντος, αντικειμενικά και προσεχτικά. Στο βιβλίο του που εκδόθηκε το 1994 και έχει τίτλο «Η Γεωπολιτική σήμερα. Η ευκαιρία της Γερμανίας;», παρουσιάζει τρεις επιλογές της γερμανικής πολιτικής ασφαλείας, όπου αυτός, όπως και η συντηρητική μερίδα του στρατού, προϋποθέτει σιωπηλά, ότι η γερμανική πολιτική ασφάλειας από το 1990 και μετά περιλαμβάνει «ολόκληρη την Ευρώπη».
Η πρώτη επιλογή ισχύει για το υπερκράτος – Ευρωπαϊκή Ένωση, το οποίο παραμένει συνδεδεμένο με την Αμερική. Η δεύτερη επιλογή αναφέρεται στη γερμανο-αμερικάνικη συλλογική ηγεσία και η τρίτη μιλά για την Ευρασία. Ο Μπριλ, κινούμενος από ρεαλιστικούς πολιτικούς λόγους συνηγορεί υπέρ της δεύτερης επιλογής. Αυτή είναι η σημαντικότερη για έναν καθαρά «προσδιορισμένο χρόνο». «Προσδιορισμένο» είναι όμως και το τέλος της. Κι έτσι δεν είναι τυχαίο, το ότι η «ευρασιατική επιλογή», μπαίνει στο τέλος του βιβλίου σαν δυνατότητα η οποία ξεπερνά το σήμερα και ωριμάζει σε μια άλλη ρεαλιστική λύση μετά από 20 ή 30 χρόνια.[ ] Αυτή η «Ευρασιατική επιλογή» καθορίζει τη Γερμανία ως «πανευρωπαϊκή δύναμη» σε μια «ασαφή ενδιάμεση θέση, σε πεδίο έντασης ανάμεσα στην υπερδύναμη ΗΠΑ και την δίνη (!) του Ευρασιατικού χώρου με τις πολυάριθμες κρίσεις του και τις όμως τόσο ελκυστικές οικονομικές του προοπτικές». Η Γαλλία δεν υπάρχει σ’ αυτές τις σκέψεις. Κατά βάση, η ευρασιατική εικόνα του κόσμου μειώνεται στις δύο ισχυρότερες δυνάμεις, Ρωσία και Γερμανία, όπου η Γερμανία διαθέτει το ρόλο κλειδί στην «ευρασιατική ήπειρο». Σίγουρα παραμένει τρωτή ανάμεσα σε «δύο εκτεταμένες πολιτικές ζώνες δονήσεων», στα ανατολικά, νοτιοανατολικά και στο χώρο της Μεσογείου». [ ]
Αν μεταφέρει κανείς σιωπηλά σ’ αυτό το σενάριο κρίσεων την προϋποτιθεμένη ταυτοποίηση Γερμανία = Ευρώπη και αν διατηρήσει στο μυαλό του την καλώς εννοούμενη συζήτηση για την Ευρώπη, παίρνει μια περίπου άποψη για τους μελλοντικούς γερμανικούς στρατιωτικούς στόχους. [ ] Η Γαλλία θα είναι μια σημαντική ευρωπαϊκή επαρχία, η Ρωσία μια σεβαστή σιβηριανή αποθήκη πρώτων υλών. Η Αμερική και η Ιαπωνία παραμένουν σαν τελευταίες ανεξάρτητες δυνάμεις. Το καλύτερο όμως η Γερμανία το κρατάει πάντα για το τέλος. To παρανοϊκό στον γεωπολιτικό τρόπο του σκέπτεσθαι, είναι ότι γίνεται από εντελώς νορμάλ ανθρώπους. Από αστούς με θέση στην κοινωνία, οι οποίοι, όπως ο Μπριλ, τιμώνται για το έργο ζωής τους με το επιστημονικό βραβείο του Γερμανικού συνδέσμου του Ομοσπονδιακού στρατού.
Η εσωτερική λογική όμως της Γεωπολιτικής, οδηγεί αυτόματα σε έναν πόλεμο κι αυτό γιατί πατάει σ’ έναν βιολογικό τρόπο σκέψης. Αυτός ο τρόπος ξεκινά από το ότι τα νέα κράτη πρέπει να μεγαλώσουν γρήγορα, αν δεν θέλουν να καθυστερήσουν την εξέλιξή τους. Αυτή η θεωρία βλέπει τα κράτη σαν οντότητες, που βγαίνουν από την γη και στη γη θα καταλήξουν κάποια μέρα. Τα ποτάμια τους είναι οι φλέβες και αρτηρίες τους, τα λιμάνια τους στόματα ή απευθυσμένα, οι θάλασσες τα τροφοδοτούν με φρέ-σκο αέρα. Τα βουνά είναι μυώνες και τα έλη εμφράγματα. Όταν τα κράτη μεταφέρουν την πρωτεύουσά τους, γίνονται πιο νέα (face lifting). Όταν είναι υγιή, έχουν τις κα¬κές συνήθειες των παιδιών (τα παιδιά θέλουν να έχουν!). Όταν γερνάνε, παραμελούν την ασφάλεια των συνόρων τους. Οι γεωπολιτικοί βλέπουν τα κράτη σαν ζωντανές προσωπικότητες, που όταν πεινάνε μπορούν να φάνε για πρωινό μια μικρή χώρα (π.χ. την Τσεχία). Η όταν αγα¬πάνε, κάνουν παιδιά και ονομάζουν αυτά τα μπάσταρδα αποικίες [ ] «Ας είναι για μας ευλογημένος ο πόλεμος», έγραφε ο Χάινριχ Κλας, πρόεδρος του Πανγερμανικού συνδέσμου το 1912. «Είναι άγιος όπως η μοίρα που εξαγνίζει, γιατί αυτή θα ξυπνήσει κάθε μεγαλείο και προθυμία για θυσία, κάθε ανιδιοτέλεια στον λαό μας. Και θα καθαρίσει την ψυχή του από τη σκουριά της… μικρότητας». Τόσο μεγαλομανείς όσο τα γεωπολιτικά όνειρα της καϊζερικής εποχής ήταν αργότερα οι πολεμικοί στόχοι που ακολούθησε η Γερμανία από τον Αύγουστο του 1914. «Το πρόσωπο της Ρωσίας», έγραφε ο Κλας τις πρώτες μέρες του πολέμου, «πρέπει να στραφεί με τη βία και πάλι προς ανατολάς και πρέπει η χώρα αυτή να ξαναγυρίσει ουσιαστικά στα σύνορα που βρισκόταν πριν τον Μεγάλο Πέτρο». [ ] Οι πολεμικοί στόχοι της γερμανικής βιομηχανίας, διατυπωμένοι από τους Βάλτερ Ράτενάου, Ματίας Ερτσμπέργκερ και Αουγκούστ Τύσεν, πήγαιναν ακόμα μακρύτερα. Περιελάμβαναν τον «παραμερισμό της ανυπόφορης κηδεμόνευσης της Γερμανίας από την Αγγλία σε όλα τα θέματα της παγκόσμιας πολιτικής», τη διάλυση του ρώσικου κολοσσού και τον παραμερισμό αδύνατων, «φανερά ουδέτερων κρατών» στα σύνορα της Γερμανίας. Εκτός αυτού ο Αουγκούστ Τύσεν απαιτούσε τη δημιουργία μιας χερσαίας γέφυρας μέσω Νότιας Ρωσίας, Μικράς Ασίας και Περσίας, η οποία «θα συνεκρούετο αποφασιστικά με την βρετανική παγκόσμια αυτοκρατορία, τον πραγματικό αντίπαλο αυτού του πολέμου, στην Ινδία και την Αίγυπτο».
Στη διάρκεια του πολέμου, οι γερμανικοί πολεμικοί στόχοι μετατοπίστηκαν όλο και περισσότερο προς ανατολάς, στην κατεύθυνση της «ευρασιατικής επιλογής». Η Ρωσία όφειλε να απωθηθεί μέσω μιας αλυσίδας από «μικρά κρατίδια» και μέσω ενός «γερμανικού συνοριακού τείχους», ενός είδους στρατιωτικών συνόρων να μείνει για πάντα περιχαρακωμένη. Ταυτόχρονα μελετήθηκε ο διαμελισμός της Ρωσίας σε τέσσερα τμήματα: σε Ρωσία-πυρήνα, Ουκρανία, έναν νοτιοανατολικό σύνδεσμο κρατών και τη Σιβηρία. Οι πρόθυμοι διανοούμενοι εξύψωσαν τους πολεμικούς στόχους, δίνοντας στον πόλεμο το στυλ ενός «γερμανο/σλαβικού αγώνα μέχρις εσχάτων», ο οποίος έπρεπε να τελειώσει με την «διάλυση» της Ρωσίας.
Τον Ιούνιο του 1918, στο ζενίθ της ανάπτυξης της γερμανικής δύναμης, μερικούς μόνο μήνες πριν την καταστροφή, το Μεσευρωπαϊκό πρόγραμμα του 1914 θα αναπτυχθεί σε ένα παγκόσμιο πρόγραμμα, σε ένα «Imperium Germaniae». Με τον αδελφό εν όπλοις, την Τουρκία σαν γέφυρα προς τον Περσικό Κόλπο, το Αφγανιστάν, την Αίγυπτο και την Ινδία, προέκυπτε μια συνολική εικόνα «μεγαλειωδών διαστάσεων». Ο ιστορικός Φρίτς Φίσερ το συνοψίζει ως εξής στο τέλος του βιβλίου του «Προς την παγκόσμια κυριαρχία»: «Στη Δύση: Βέλγιο, Λουξεμβούργο και Longwy-Briey ενωμένα με τη Γερμανία. Μια ρύθμιση η οποία θα έδινε την δυνατότητα στη Γαλλία και την Ολλανδία να προσδεθούν με τη Γερμανία και ταυτόχρονα θα απομόνωνε την Αγγλία και θα την εξανάγκαζε να αναγνωρίσει τη γερμανική θέση. Στα ανατολικά η Λετονία, η Εσθονία, η Λιθουανία από το Ρεβάλ μέχρι τη Ρίγα και τη Βίλνα, η πολωνέζικη συνοριακή γραμμή και το υπόλοιπο κράτος της Πολωνίας αλυσοδεμένα στέρεα με τη Γερμανία και ταυτόχρονα αφετηρίες επέκτασης προς τη Φινλανδία, την Ουκρανία, την Κριμαία και τη Γεωργία. Στα νοτιοανατολικά: η διαπλεγμένη με τη Γερμανία Αυστροουγγαρία, η Ρουμανία και η Βουλγαρία και (σαν στόχος της ανατολικής πολιτικής) η Οθωμανική αυτοκρατορία. Η κυριαρχία της ανατολικής Μεσογείου όφειλε επίσης να εξασφαλίσει ταυτόχρονα με την πρόσδεση της Ελλάδας και το δρόμο μέσα από το Σουέζ. [ ]
Το Νοέμβριο του 1918 το όνειρο έσβησε. Πενήντα χρόνια πριν ναυάγησε η προσπάθεια για δεύτερη φορά. Το 1992 ξεκινά για τρίτη φορά
Κατηγορίες: 'Αρθρα. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.

Αφήστε μια απάντηση