Από τους φούρνους μέχρι τις μικρές ευρωπαϊκές βιοτεχνίες ρούχων και χαλιών και τις χαρτοβιομηχανίες που παράγουν χαρτί υγείας, οι μικρές ευρωπαϊκές επιχειρήσεις γονατίζουν από το κόστος της ενέργειας.

Πρόκειται για όσες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις απασχολούν λιγότερους από 250 υπαλλήλους, αλλά είναι ακριβώς αυτές που αντιπροσωπεύουν το 99% του συνόλου των επιχειρήσεων στην Ε.Ε., συνεισφέρουν πάνω από το 50% του ΑΕΠ της και απασχολούν 100 εκατ. άτομα.

Οπως επισημαίνει σχετικό ρεπορτάζ της Wall Street Journal, οι βιομηχανικοί κολοσσοί που παράγουν χάλυβα, χημικά, λιπάσματα και γενικότερα οι κλάδοι εντάσεως ενέργειας ήσαν οι πρώτοι που δέχθηκαν το πλήγμα από την άνοδο των τιμών του φυσικού αερίου. Ορισμένοι αναγκάστηκαν μάλιστα να αναστείλουν τη λειτουργία χυτηρίων ή άλλων δαπανηρών μονάδων τους στην Ευρώπη και να τις μεταφέρουν σε άλλες γεωγραφικές περιοχές με χαμηλότερο κόστος ενέργειας. Εχουν αυτή την επιλογή επειδή έχουν διεθνή παρουσία. Πολλές μεγάλες επιχειρήσεις ωφελούνται, άλλωστε, από τα μακροπρόθεσμα συμβόλαια που είχαν διαπραγματευτεί και κλείσει προτού αρχίσει η ενεργειακή κρίση και η ιλιγγιώδης άνοδος των τιμών της ενέργειας. Ωστόσο, όσες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις δεν έχουν διεθνή παρουσία δεν μπορούν να μεταφέρουν την παραγωγή τους εκτός της Γηραιάς Ηπείρου, ώστε να μειώσουν το κόστος της ενέργειας. Συνθλίβονται ως εκ τούτου ανάμεσα στις απαιτήσεις των προμηθευτών τους και την επιτακτική ανάγκη να μη μεταφέρουν το αυξημένο κόστος στην πελατεία τους.

Ο Χόλγκερ Σμίντιγκ, οικονομολόγος της επενδυτικής τράπεζας Berenberg, υπογραμμίζει πως «πολλές έχουν ήδη μειώσει την παραγωγή τους και θα χρειαστεί να τη μειώσουν κι άλλο». Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της γερμανικής ασφαλιστικής Allianz SE, οι αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας θα αφαιρέσουν φέτος περίπου 150 δισ. δολ. από τα κέρδη των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων του ευρωπαϊκού μεταποιητικού κλάδου. Ενδεικτική περίπτωση η εταιρεία Adalberto Estampados στην Πορτογαλία κοντά στο Πόρτο. Βάφει υφάσματα που, σύμφωνα με τον επικεφαλής της, χρησιμοποιούνται για τη ραφή επώνυμων ενδυμάτων, όπως αυτά των εταιρειών πολυτελείας Hugo Boss και Moschino. Αντιμετωπίζει, όμως, δεκαπλάσιο σε σύγκριση με πέρυσι κόστος του φυσικού αερίου, που της είναι απολύτως αναγκαίο για να βαφτούν και να στεγνώσουν τα υφάσματα.

Την ίδια στιγμή, στην εκτός Ε.Ε. Βρετανία το κόστος του αερίου για τις επιχειρήσεις έχει αυξηθεί 424% και της ηλεκτρικής ενέργειας κατά 349%. Ετσι, από τα ξενοδοχεία στο Αμπερντίν μέχρι τα καταστήματα που σερβίρουν τηγανητό ψάρι ή κοτόπουλο, αλλαντικά και πακέτα τηγανητού κοτόπουλου και μέχρι τις καλλιέργειες μανιταριών προβλέπουν πως θα κλείσουν μαζικά τον χειμώνα εξαιτίας του κόστους της ενέργειας. «Κανείς δεν θα επιβιώσει», τονίζει μιλώντας στον βρετανικό Guardian ο Πολ Μπράιτ, που έχει μπαρ και εστιατόριο και υπογραμμίζει πως η κατάσταση είναι χειρότερη από την κρίση της πανδημίας και ότι από τον Δεκέμβριο έως σήμερα ο λογαριασμός του ρεύματος για τις επιχειρήσεις του έχει αυξηθεί από 22.000 στερλίνες, ποσό αντίστοιχο των 26.000 ευρώ, σε 80.000 στερλίνες, ποσό αντίστοιχο των 95.000 ευρώ.

Πηγή: kathimerini.gr