Πώς η Γερμανία βγήκε κερδισμένη από την κρίση του ευρώ Και γιατί τα κέρδη της μπορεί να είναι φευγαλέα

Η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ πρέπει να είναι σε μεγάλα κέφια. Όχι μόνο η γερμανική οικονομία ανέκαμψε από την οικονομική κρίση του 2008-9 –κάτι που αναγέννησε τις εξαγωγικές βιομηχανίες και οδήγησε σε ιστορικά χαμηλά την ανεργία- αλλά το πέτυχε την ώρα που οι περισσότερες άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες ακόμη παραπαίουν. Εκεί που άλλες χώρες βλέπουν μόνο οικονομικές δυσκολίες στο μέλλον τους, η Γερμανία βλέπει μια εισροή
εξειδικευμένων μεταναστών, χαμηλό κόστος δανεισμού, έναν εξισορροπημένο προϋπολογισμό και μια αναπτυσσόμενη αγορά ακινήτων. Όλα αυτά είναι ευτύχημα για τη γερμανική οικονομία – και για την Μέρκελ που ετοιμάζεται για την επανεκλογή της τον Σεπτέμβριο.
Η κοινή αντίληψη λέει ότι η επιτυχία της Γερμανίας είναι η δύσκολα αποκτηθείσα ανταμοιβή της για την αυστηρή οικονομική της διαχείριση. Παρά ταύτα, ο δημοσιονομικός συντηρητισμός και οι δομικές μεταρρυθμίσεις δεν είναι υπεύθυνες από μόνες τους για τη βασισμένη στις εξαγωγές ανάπτυξη της Γερμανίας, η οποία είναι εν πολλοίς προϊόν προσαρμογών των εταιρικών και εργασιακών σχέσεων που τόνωσαν τις γερμανικές βιομηχανίες. Η χώρα οφείλει επίσης πολλά για την οικονομική της επανάκαμψη στη συγκεκριμένη δομή της Ευρωπαϊκής Νομισματικής Ένωσης όπως και στην εργασιακή και οικονομική κατάπτωση στην οποία οδήγησε η κρίση στην ευρωζώνη. Το ρευστό των μεταναστών και των επενδυτών ρέει στην χώρα από την υπόλοιπη Ευρώπη, προκειμένου να αποφύγουν τις ολέθριες συνθήκες τις οποίες η Μέρκελ και οι τεχνοκράτες της Ε.Ε. βοήθησαν για να δημιουργηθούν μέσω της μονολιθικής προσήλωσής τους στη λιτότητα, τις δομικές μεταρρυθμίσεις και τη σταθεροποίηση των τιμών.

Ο δυναμισμός με τον οποίο η Μέρκελ υποστηρίζει τη λιτότητα είναι ριψοκίνδυνο στοίχημα. Παρ’ ότι φαίνεται να λειτουργεί ως πλεονέκτημα για τη Γερμανία, έχει αποτύχει να φέρει την ανόρθωση στην χτυπημένη από την ύφεση Ευρώπη. Αλλά, η Γερμανία έχει να οφεληθεί από μια οικονομικά υγιή Ευρώπη, στην οποία εξάγει περίπου το 40% των προϊόντων της. Ήδη, κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Daimler και η Volkswagen αρχίζουν να ανησυχούν για τις χαμηλές ευρωπαϊκές πωλήσεις. Μια καταρρέουσα ευρωζώνη, συνεπώς, απειλεί και την ίδια την ύπαρξη της νομισματικής ένωσης και κάνει τη γερμανική οικονομία να εξαρτάται σε επικίνδυνο βαθμό από την ζήτηση σε αναδυόμενες οικονομίες. Η μεγαλύτερη αναγνώριση αυτών των αδυναμιών – και των τρόπων μέσω των οποίων η γερμανική οικονομία επωφελήθηκε από το status quo- θα έπρεπε να στρέψει τους διστακτικούς Γερμανούς πολιτικούς από την οδό της λιτότητας σε εκείνη που ευνοεί τις πολιτικές ανάπτυξης για την υπόλοιπη Ευρώπη.
ΜΥΘΟΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑ
Οι απαντήσεις ως προς το γιατί η γερμανική οικονομία προκόβει ενώ οι άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες δίνουν αγώνα για να υπάρχουν, συχνά καταδεικνύουν το επιτυχημένο σφίξιμο του ζωναριού και την κυβερνητική πολιτική της προηγούμενης δεκαετίας. Οι μεταρρυθμίσεις Hartz στις αρχές της δεκαετίας του 2000 – μια δέσμη μέτρων στο κράτος πρόνοιας και στην αγορά εργασίας που μείωσαν τα επιδόματα και έκαναν ευκολότερο στις επιχειρήσεις να έχουν λιγότερο προστατευμένες θέσεις εργασίας, συχνά δε μερικής απασχόλησης και κακοπληρωμένες – θεωρούνται ότι μείωσαν τα εργασιακά κόστη και ότι ενθάρρυναν περισσότερους ανθρώπους να βρουν δουλειά. Εν τω μεταξύ, η δημοσιονομική υπευθυνότητα, την οποία επιτάσσει το γερμανικό σύνταγμα, υποτίθεται ότι εγγυήθηκε τις ισχυρές οικονομικές επιδόσεις της Γερμανίας. Με τη σειρά τους, οι Γερμανοί πολιτικοί διακήρυτταν ότι η λιτότητα και οι δομικές αλλαγές στην αγορά εργασίας πρέπει να είναι το πρότυπο για τις άλλες χώρες της Ευρώπης που επιδιώκουν να ευνοήσουν την ανταγωνιστικότητα, να τονώσουν την ανάπτυξη και να ενισχύσουν την απασχόληση.
Παρά ταύτα, οι βαθύτερες αιτίες της γερμανικής οικονομικής αναγέννησης και της συνεχιζόμενης επιτυχίας δεν ήταν πρωτίστως οι αλλαγές στην αγορά εργασίας ή ο δημοσιονομικός συντηρητισμός αλλά οι προσαρμογές μιας δεκαετίας στις επιχειρήσεις και στις εργασιακές σχέσεις που συνδυάστηκαν με τη θέση της Γερμανίας στη νομισματική ένωση. Πολύ πριν τις μεταρρυθμίσεις Hartz, οι γερμανικές εταιρίες μεταποίησης, αντιμέτωπες με την αυξανόμενο παγκόσμιο ανταγωνισμό, άρχισαν να επιβάλλουν περικοπές μισθών και να τροποποιούν τις ώρες εργασίας και τις αμοιβές, ενώ παρείχαν εργασιακή ασφάλεια στους εξειδικευμένους εγαζόμενους. Με την απρόθυμη συναίνεση των συνδικαλιστικών ενώσεων, οι εταιρίες διαμόρφωσαν μια σειρά από ευέλικτα εργαλεία [1] που τους επέτρεπαν να τροποποιούν τις ώρες εργασίας με βάση τις οικονομικές τους ανάγκες αντί να θέτουν σε κίνδυνο την εργασιακή ασφάλεια των εργαζομένων τους. Και μπορούσαν τώρα να προστατεύουν τις επενδύσεις τους σε εξειδικευμένους εργαζόμενους –περικόπτοντας προσωρινά μισθούς και ώρες, για παράδειγμα- αντί να μειώνουν τον αριθμό των εργαζομένων όταν έπεφτε η παραγωγή. Οι νεωτερισμοί αυτοί αύξησαν την παραγωγικότητα, μείωσαν τα κόστη, έδωσαν στις εταιρίες χώρο για να ελιχθούν κατά τη διάρκεια της πρόσφατης κρίσης, και γενικώς, ενδυνάμωσαν τις γερμανικές βιομηχανίες που για ακόμη μια φορά έγιναν αντικείμενο θαυμασμού ανά τον κόσμο.
Επιπροσθέτως, η Γερμανία κατέστη ικανή να χρησιμοποιήσει τη θέση της μέσα στη νομισματική ένωση για να ωθήσει τις εξαγωγές της. Με δεδομένους τους πολύ καλά συντονισμένους θεσμούς συλλογικών διαπραγματεύσεων που διαθέτει, η Γερμανία είχε ήδη σαφές προβάδισμα έναντι των άλλων ευρωπαϊκών κρατών ως προς την περικοπή των μισθών στον τομέα των βιομηχανιών. Αυτή η μορφή εσωτερικής υποτίμησης – κάτι ανάλογο με τη νομισματική υποτίμηση που βασίζεται στη μείωση των μισθών- έδωσε τη δυνατότητα μιας εξαγωγικής έκρηξης κι έκανε τη γερμανική οικονομία περισσότερο ανταγωνιστική από άλλες χώρες της ευρωζώνης. Ένα σχετικά αδύναμο ευρώ συγκριτικά με αυτό που θα ήταν σε καλύτερους οικονομικούς καιρούς –ή με εκείνο που θα ήταν ένα ισχυρό γερμανικό μάρκο- συνέβαλε περαιτέρω στην υποστήριξη των γερμανικών εξαγωγών. Μια άλλη ευλογία για τους Γερμανούς εξαγωγείς ήταν η γερμανικής έμπνευσης Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, με δεδομένο το πάθος της για τον χαμηλό πληθωρισμό και τη σταθεροποίηση των τιμών.
Από κοινού, οι προσαρμογές αυτές στις επιχειρήσεις και στις εργασιακές σχέσεις, και η θέση της Γερμανίας στην ευρωζώνη, μαζί με την αυξανόμενη ζήτηση για υψηλής ποιότητας προϊόντα από αναδυόμενες οικονομίες όπως η Κίνα, έχουν βοηθήσει τη Γερμανία να ενισχύσει τις εξαγωγές της και την απασχόληση. Και παρόλο που οι εξαγωγές διολίσθησαν λίγο τον περασμένο χρόνο, οι εταιρίες εξαγωγών έχουν διατηρήσει τη συνολική ανταγωνιστικότητά τους, όπως επιβεβαιώνει μια πρόσφατη μελέτη [2] του World Economic Forum.
Και η Μέρκελ φαίνεται να διαθέτει και άλλους άσους στο μανίκι της. Ο πρώτος είναι η ακούσια και απρόσμενη έκρηξη στην αγορά ακινήτων, που τροφοδοτείται από την τρέχουσα κρίση στην Ευρώπη. Μέχρι τώρα, η αγορά ακινήτων στη Γερμανία δεν προσείλκυε το ιδιαίτερο ενδιαφέρον των επενδυτών, και οι τιμές των ακινήτων είχαν βαλτώσει τις τελευταίες δεκαετίες. Παρά ταύτα, η κρίση χρέους έχει δώσει κίνητρα για επενδύσεις στο γερμανικό real estate, έναν θεωρούμενο «ασφαλή παράδεισο» για επενδύσεις σε καιρούς οικονομικής αβεβαιότητας και χαμηλών επιτοκίων. Οι Γερμανοί εργαζόμενοι μπορεί να είναι περισσότερο πρόθυμοι να αγοράσουν σπίτια εφόσον κράτησαν τις δουλειές τους στη διάρκεια της κρίσης, μάλιστα έλαβαν και μικρές αυξήσεις. Ο ΟΟΣΑ εκτιμά [3] ότι οι τιμές των ακινήτων αυξήθηκαν κατά 5,4% το 2011 – και κατά πολύ περισσότερο στις μεγάλες πόλεις. Η τάση αυτή μεταφέρθηκε και στην πραγματική οικονομία, με ουσιαστικές αυξήσεις [4] στην οικοδομική δραστηριότητα τα τελευταία χρόνια (4,4% το 2011 και 4,2% το 2012).
Ο δεύτερος άσος της Μέρκελ είναι ότι το status της Γερμανίας ως ασφαλής παράδεισος έχει ενισχύσει την ικανότητα της χώρας να δανείζεται χρήματα με πολύ χαμηλά επιτόκια (κάποτε και με αρνητικά επιτόκια) κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους. Αναζητώντας ασφαλείς επενδύσεις, οι επενδυτές συρρέουν στην αγορά γερμανικών ομολόγων. Σύμφωνα με το «Ινστιτούτο Kiel για την Παγκόσμια Οικονομία», μια γερμανική δεξαμενή σκέψης, η ανοδική αγορά ομολόγων έχει προσφέρει [5] στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση σχεδόν 80 δισ. ευρώ ανάμεσα στο 2009 και το 2013 (εν συγκρίσει με τα επιτόκια προ κρίσης), τα οποία τώρα – μαζί με τα έσοδα από φόρους που έφθασαν σε ύψη ρεκόρ- συμβάλλουν στην εξισορρόπηση του προϋπολογισμού της Γερμανίας και στη σταθεροποίηση του δημόσιου χρέους της.
Επιπλέον, μετά από μια δεκαετία ελλείψεων σε εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό στον τομέα μεταποίησης της χώρας και μιας γηράσκουσας και συρρικνούμενης κοινωνίας που απειλεί το κράτος πρόνοιας, η κρίση χρέους πυροδότησε μια εισροή εξειδικευμένων μεταναστών από χώρες χτυπημένες από την κρίση – ο τρίτος άσος της Μέρκελ. Αυτή η απότομη άνοδος της μετανάστευσης προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη έκπληξη με δεδομένη τη φήμη της Γερμανίας ως μια χώρα που δεν είναι ιδιαίτερα φιλόξενη στους μετανάστες (το οποίο συνόψισε η Μέρκελ στο σχόλιο της το 2010 ότι η πολυπολιτισμικότητα έχει «εντελώς αποτύχει»). Η Γερμανική Υπηρεσία Στατιστικών εκτιμά ότι το 2012 η καθαρή μετανάστευση ήταν κάπου στις 370 χιλιάδες – αριθμό που είχαμε να τον δούμε εδώ και δύο δεκαετίες. Μετά από οκτώ χρόνια που συστελλόταν, ο πληθυσμός της Γερμανίας αυξάνεται.
ΡΙΨΟΚΙΝΔΥΝΕΣ ΔΟΥΛΕΙΕΣ
Κοντολογίς, για την ώρα, η Γερμανία απολαμβάνει τα αγαθά όλου του κόσμου – έναν ανταγωνιστικό τομέα μεταποίησης και χαμηλή ανεργία, τα χαμηλότερα δυνατά επιτόκια δανεισμού στις αγορές, έναν όπως φαίνεται εξισορροπημένο προϋπολογισμό, μια αγορά ακινήτων σε έκρηξη κι ένα αυξανόμενο εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό – την ώρα που πολλές άλλες αναπτυγμένες οικονομίες υποφέρουν από μειούμενη ανταγωνιστικότητα και παραπαίουσα ανεργία (Γαλλία), υψηλά κόστη δανεισμού (περιφέρεια της ευρωζώνης), αποτυχία στην εκπλήρωση των δημοσιονομικών στόχων (Γαλλία, Ισπανία), μια αγορά εργασίας που δεν μπορεί να ταιριάξει τα προσόντα με τις ανάγκες (ΗΠΑ), και τις συνέπειες της φούσκας ακινήτων (Ιρλανδία, Ισπανία). Με την εκτόξευση των ποσοστών αποδοχής από τους πολίτες, οι προοπτικές φαίνονται καλές για την Μέρκελ στις προσεχείς εκλογές για την Μπούντεσταγκ, έστω κι αν οι σχολιαστές από όλο το πολιτικό φάσμα (και πολλοί πολίτες της Ε.Ε.) επικρίνουν αγρίως την πλατφόρμα της λιτότητάς της, που έχει διατηρήσει την οικονομική επιτυχία της Γερμανίας – όσο κι αν ήταν με απειλητικό τρόπο.
Το να πειστεί η Μέρκελ για τις ρωγμές στα οικονομικά θεμέλια της Γερμανίας και να στρέψει τη χώρα από την οδό του δημοσιονομικού συντηρητισμού, θα είναι ένα απαιτητικό έργο. Αλλά ένα εξαγωγικό μοντέλο που στηρίζεται υπερβολικά στις αναδυόμενες οικονομίες, την αδύναμη εσωτερική ζήτηση και σε μια περαιτέρω διολισθαίνουσα ευρωζώνη θα μπορούσε να διαλύσει ολόκληρη τη νομισματική ένωση και το γερμανικό «θαύμα». Η άποψη ότι η λιτότητα συνέβαλε στη μεταπολεμική οικονομική επιτυχία της Γερμανίας ευδοκιμεί στη γενικώς αποδεκτή οικονομική σκέψη [6]. Με δεδομένη τη σχετική αντιδημοτικότητα του κακού σχεδίου για το τέλος της λιτότητας που προώθησε ο Πέερ Στάινμπρουκ του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (και ανταγωνιστής της Μέρκελ), η Μέρκελ δεν είναι πιθανό να αλλάξει την πλατφόρμα της λιτότητάς της πριν τις εκλογές, είτε στο εσωτερικό είτε στο εξωτερικό. Ο Στάινμπρουκ έχει μόνο μικρές πιθανότητες να κερδίσει, εντέλει, με δεδομένες τις πολυάριθμες πολιτικές γκάφες του και την αδυναμία του να δώσει μια κεντροαριστερή εναλλακτική λύση για την Ευρώπη και τη Γερμανία.
Ωστόσο, μια στροφή μακριά από τις πολιτικές λιτότητας είναι αναγκαία για να βοηθήσει να αναβιώσει η ευρωζώνη και να δημιουργήσει βιώσιμη ανάπτυξη στην Ευρώπη. Θα δώσει στους Ευρωπαίους ηγέτες περισσότερο χρόνο να επικεντρωθούν στα βαθύτερα προβλήματα της ευρωζώνης, συμπεριλαμβανομένης της πρόκλησης της σύγκλησης πολύ διαφορετικών μοντέλων καπιταλισμού και διαφορετικών επιπέδων ανταγωνιστικότητας. Σημαντικές θεσμικές μεταρρυθμίσεις σε επίπεδο ΕΕ, μεταξύ των οποίων η οικονομική ολοκλήρωση, είτε προς τα εμπρός είτε προς τα πίσω, θα απαιτήσουν εκτεταμένες διαπραγματεύσεις. Οι χώρες που επλήγησαν από την ύφεση πρέπει να βρουν το δικό τους δρόμο προς την αύξηση της ανταγωνιστικότητας. Όλα αυτά τα βήματα απαιτούν χρόνο, ένα σπάνιο αγαθό δεδομένων των ολέθριων συνθηκών που αντιμετωπίζουν πολλές υπερχρεωμένες χώρες. Μια τέτοια αλλαγή πολιτικής θα συμβάλει στη σταθεροποίηση μιας Ευρώπης που μαστίζεται από κρίση και θα δώσει το στίγμα της Γερμανίας ότι θέλει να διορθώσει τα συστημικά προβλήματα της ηπείρου και όχι μόνο να τα υπερβεί κουτσά-στραβά.
Ο δρόμος της Μέρκελ είναι επισφαλής. Παρά το γεγονός ότι η Γερμανία μπορεί να φαίνεται απομονωμένη από την υπόλοιπη ευρωζώνη, μια πιο προσεκτική ματιά αποκαλύπτει τον εύθραυστο χαρακτήρα αυτού του γίγαντα των εξαγωγών. Η Μέρκελ θα πρέπει να είναι επιφυλακτική. Αν θέλει να κρατήσει το γερμανικό θαύμα ζωντανό, χρειάζεται να βοηθήσει να αναβιώσει η υπόλοιπη Ευρώπη. Η Μέρκελ θα πρέπει να επιτρέψει ελάφρυνση της λιτότητας στην ευρωζώνη και πολιτικές που θα δημιουργούν περισσότερες δαπάνες στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Μια υποτονική γερμανική οικονομία κατά τα τελευταία δύο τρίμηνα και ορισμένες απαισιόδοξες προβλέψεις ανάπτυξης θα πρέπει να είναι τα προειδοποιητικά σημάδια που θα υποχρεώσουν την Μέρκελ να υιοθετήσει αυτές τις αλλαγές. Σε αντίθετη περίπτωση, υπάρχει η πιθανότητα η Γερμανία να επανέλθει σύντομα στις τάξεις των «ασθενών» της Ευρώπης.
Κατηγορίες: 'Αρθρα. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.

Αφήστε μια απάντηση