ΣΕ ΑΠΟΣΤΑΘΕΡΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΑΡΑ ΑΠΡΟΒΛΕΠΤΗ Η ΤΟΥΡΚΙΑ


του Βαγγέλη Αντωνιάδη

Είναι προφανές πως ο Ερντογάν επέλεξε να αντιπαρατεθεί με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ρωσία, αλλά, και με κράτη του περσικού κόλπου που στα πρώτα χρόνια διακυβέρνησης του τον στήριξαν με μεγάλα επενδυτικά προγράμματα, οδηγώντας την
Τουρκία στην θεαματική ανάπτυξη των τελευταίων ετών. Παράλληλα καταδικάζοντας την ανατροπή του Μοχάμεντ Μόρσι από τον αιγυπτιακό στρατό στέρησε από την Τουρκία την πιθανότητα διαπραγματεύσεων με την πολυπληθέστερη χώρα του αραβικού κόσμου. Μόνο τυχαίο δεν είναι πως πρόσφατα το Αμπού Ντάμπι ακύρωσε την υλοποίηση επενδυτικού πλάνου αξίας δώδεκα δισεκατομμυρίων δολαρίων που προέβλεπε πως η εταιρεία εξόρυξης και εξαγωγής πετρελαίου θα κατασκεύαζε σειρά μεγάλων μονάδων σε ολόκληρη την γειτονική χώρα.

Ταυτόχρονα ο Ερντογάν είδε τις τουρκικές εξαγωγές στη μέση ανατολή να καταρρέουν και οριακά να αγγίζουν το 1/3 της αντίστοιχης περσινής περιόδου. Παράλληλα ο Τούρκος ηγέτης αντιμετωπίζει πρόβλημα και στο εσωτερικό της χώρας του, καθώς στις αρχές του χρόνου ξεκίνησε πολιτικό διάλογο με τον φυλακισμένο αρχηγό του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν (ΡΚΚ) Αμπντουλάχ Οτσαλάν. Στο πλαίσιο του διαλόγου μέλη της τουρκικής κυβέρνησης και ηγετικά στελέχη του ΡΚΚ επισκέφθηκαν τον Οτσαλάν και κατέληξαν σε συμφωνία που προέβλεπε την καταρχήν αποχώρηση των ανταρτών από το τουρκικό έδαφος, με αντάλλαγμα την αναγνώριση δικαιωμάτων στην κουρδική μειονότητα και σταδιακή επιστροφή των ανταρτών στα σπίτια τους και σε ειρηνικά έργα.

Όμως στην διάρκεια ο Οτσαλάν διαφοροποίησε αισθητά την στάση του, αναβαθμίζοντας μονομερώς τον διάλογο στο επίπεδο της διαπραγμάτευσης, ζητώντας ταυτόχρονα να πραγματοποιήσει συναντήσεις με δημοσιογράφους και Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, θέτοντας ως απαραίτητη προϋπόθεση συνέχισης της ειρηνευτικής διαδικασίας την πλήρη ικανοποίηση των όρων του.
Πολλοί αναλυτές θεωρούν πως ο Οτσαλάν διαφοροποιούσε την στάση του ενθαρρυμένος από τις εξελίξεις στη Συρία όπου το κουρδικό στοιχείο έχει αυτονομηθεί πλήρως χαράσσοντας σαφείς διαχωριστικές γραμμές τόσο από την κυβέρνηση Ασαντ όσο και από τους αντικαθεστωτικούς ενώ παράλληλα πολιτικά στελέχη του ΡΚΚ εκμεταλλεύτηκαν τον τερματισμό των εχθροπραξιών και διεύρυναν θεαματικά την πολιτική τους επιρροή στην νοτιοανατολική Τουρκία.

Με το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων και εκδημοκρατισμού που δημοσίευσε πρόσφατα ο Τούρκος πρωθυπουργός στόχος του ήταν να ικανοποιήσει τους πολιτικούς του αντιπάλους και να αποκτήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων και το πολιτικό momentum στην διαπραγμάτευση με τον Κούρδο ηγέτη. Παρότι ο Ταγίπ Ερντογάν δεν αναφέρθηκε ευθέως στην κουρδική μειονότητα είναι προφανές πως οι προτάσεις του ήταν ένα σαφές και ταυτόχρονα θεαματικό άνοιγμα προς αυτή την πλευρά καθώς το πακέτο μεταρρυθμίσεων περιελάμβανε την μερική άρση απαγόρευσης της κουρδικής γλώσσας, την θεσμοθέτηση της διδασκαλίας της στα ιδιωτικά όχι όμως στα δημόσια σχολεία, την άδεια για μετονομασία των αμιγώς κουρδικών χωριών από τα Τουρκικά στη γλώσσα των Κούρδων και την ελεύθερη χρήση των φθόγγων Q,X,Y που δεν υπάρχουν στην τουρκική αλλά χρησιμοποιούνται ευθέως στην κουρδική γλώσσα. Όμως η κουρδική ηγεσία απέρριψε τις μεταρρυθμιστικές προτάσεις του Τούρκου πρωθυπουργού χαρακτηρίζοντας της ανεπαρκείς για τον τερματισμό των εχθροπραξιών που μαίνονται στην περιοχή ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1980.
Χαρακτηριστική είναι η τοποθέτηση της επικεφαλής του κουρδικού κόμματος Ειρήνη και Δημοκρατία που διατηρεί στενές σχέσεις με το PKK Γκιουλντέν Κιζανάκ που δήλωσε το πακέτο μεταρρυθμίσεων δεν είναι επαρκές για να ξεπεραστεί το αδιέξοδο στο οποίο περιήλθε η ειρηνευτική διαδικασία. Ενώ αναφέρθηκε και στις μεταρρυθμίσεις της τουρκικής κυβέρνησης που θα επιτρέψουν την διδασκαλία της κουρδικής γλώσσας σε ιδιωτικά αλλά όχι σε δημόσια σχολεία λέγοντας χαρακτηριστικά πως πρόκειται για προσβολή προς τον κουρδικό λαό καθώς η τουρκική κυβέρνηση επιτρέπει την διδασκαλία της μητρικής μας γλώσσας μόνο σε ιδιωτικά όχι που οι περισσότεροι νέοι αδυνατούν να έχουν πρόσβαση σαν να πρόκειται για ξένη γλώσσα.
Είναι γεγονός πως τα μέτρα που ανακοινώθηκαν αποσκοπούν στην ενίσχυση του δημοκρατικού προφίλ του Ερντογάν που υπέστη ισχυρό πλήγμα εξ’ αιτίας της βίαιης καταστολής των αντικυβερνητικών διαδηλώσεων που συγκλόνισαν το περασμένο καλοκαίρι την χώρα και δεν αφορούσαν αποκλειστικά το κουρδικό στοιχείο καθώς ορισμένα από αυτά που αποσκοπούν στην επιστροφή περιουσιών χριστιανών  που δημεύτηκαν στην ανατολική Τουρκία αλλά και στην ενίσχυση του Ισλαμικού χαρακτήρα της χώρας αφού ο Ερντογάν δήλωσε πως οι γυναίκες που απασχολούνται σε δημόσιες υπηρεσίες με εξαίρεση τις δυνάμεις ασφαλείας,τις ένοπλες δυνάμεις και το δικαστικό σώμα θα μπορούν να χρησιμοποιούν την ισλαμική μαντίλα εξέλιξη που προκάλεσε την οργή των κεμαλιστών. Ενώ απογοήτευσε και η διατήρηση απαγόρευσης της θεολογικής σχολής της Χάλκης και η μη αναφορά στην πολυπληθή μειονότητα των Αλεβιτών Μουσουλμάνων Σούφηδων, κλάδου του Σιητικού Ισλάμ της οποίας τα τεμένη δεν αναγνωρίζονται επίσημα από το τουρκικό κράτος.
Προφανές είναι λοιπόν πως ο Τούρκος πρωθυπουργός αντιμετωπίζει ένα πραγματικά εχθρικό περιβάλλον τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό του πολύχρωμου ψηφιδωτού που λέγεται Τουρκία. Γίνεται λοιπόν σαφές πως η γειτονική χώρα βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, καθώς η φιλοδοξία της αναδειχθεί σε ηγετική δύναμη της περιοχής ενέχει πλέον τον κίνδυνο εσωτερικής αποσταθεροποίησης αλλά και της διεθνούς απομόνωσης, που υπονομεύει τα θεμέλια των κεκτημένων των τελευταίων ετών.

www.elkeda.gr

Κατηγορίες: 'Αρθρα, Θέματα που μας αφορούν. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.

Αφήστε μια απάντηση