ΣΚΙΣΜΕΝΑ ΓΑΛΟΝΙΑ ΚΑΙ ΚΟΥΡΕΛΙΑΣΜΕΝΑ ΦΛΑΜΠΟΥΡΑ

Χρόνια τώρα ακούω ότι το «Πολυτεχνείο ζει», «Ένα, δύο, τρία, πολλά Πολυτεχνεία», «Εμπρός για της γενιάς μας τα Πολυτεχνεία» και ένα σωρό άλλα συνθήματα, τα οποία προδίδουν, αφόρητα πληκτικά, τους εμπνευστές τους.
Ας ξεκινήσουμε από την αρχή. Το «Πολυτεχνείο» δε ζει. Έχει πεθάνει εδώ και δεκαετίες και το έθαψαν μερικοί από εκείνους που αυτάρεσκα και αυτοαναφορικά, αυτοαποκαλούνται «η γενιά του Πολυτεχνείου». Το έθαψαν με κάθε δόξα και τιμή, καθισμένοι σε βουλευτικά και υπουργικά έδρανα, σε διευθυντικές θέσεις δημόσιων οργανισμών και πολυεθνικών εταιρειών, σε ηγετικούς θώκους μεγάλων Μ.Μ.Ε. και αλλαχού. Όπου και να πας τους συναντάς. Είναι κάτι σαν το «Πλάσμα» στην ομώνυμη ταινία του Κάρπεντερ.
Δεν υπάρχει όχι ένα ή δύο ή τρία «Πολυτεχνεία» αλλά κανένα. Αν θυμάμαι καλά πριν καμιά δεκαπενταριά χρόνια το έκαψαν οι «πούροι επαναστάτες» με την ανοχή της Αστυνομίας και την αβελτηρία των τότε πρυτανικών αρχών να κάνουν την δουλειά για την οποία πληρώνονταν: δηλαδή να περιφρουρήσουν το ίδρυμα τους. Πήγε κανένας φυλακή; Όχι! Απεναντίας, όλοι εξαργύρωσαν αυτό το όνειδος της σύγχρονης ιστορίας, την πυρπόληση ενός εκπαιδευτικού ιδρύματος, της βιβλιοθήκης και της πινακοθήκης του, με ατελείωτες τηλεοπτικές εμφανίσεις, υπουργικές θέσεις και πλακέτες «ως ευδοκίμως περαιώσαντες την ακαδημαϊκή τους καριέρα». Τα αποκαΐδια και τη ντροπή τα άφησαν για τους μεταγενέστερους. Ξαναφτιάχτηκε για να μετατραπεί σε μουσείο με το ετήσιο προσκύνημα, τους μικροπωλητές, τις κομματικές νεολαίας να διαγκωνίζονται για την πρωτοκαθεδρία, την τσίκνα από τα σουβλάκια να σκεπάζει έστω και για τρεις ημέρες την μόνιμα αποφορά των ανθρώπινων ούρων που έχει γίνει ένα με την άσφαλτο και το λιγοστό χώμα της περιοχής.
Πολλοί, πάρα πολλοί σπεύδουν να οικειοποιηθούν τα όποια μηνύματα του Πολυτεχνείου μπορεί να επιβιώνουν σήμερα. Είναι πολύ εύκολο να σκυλεύουν το πτώμα του, αφού πρώτα το κατακρεούργησαν κατά τέτοιο τρόπο που έγινε αγνώριστο.
Κουνώντας σκισμένα γαλόνια και κουρελιασμένα φλάμπουρα επισείουν την μορφή και τον ψόγο σ’ εκείνους που με σκεπτικισμό αντιμετωπίζουν την καταστροφική τους μανία. Γιατί αν υπάρχει ένα δίδαγμα από την υπόθεση του «Πολυτεχνείου», ένα αίτημα σύγχρονο και επίκαιρο, είναι εκείνο της δημιουργίας και όχι της καταστροφής, εν ονόματι μιας διαστρέβλωσης της πραγματικότητας, ανάλογα με τα εκλογικά οφέλη που υπολογίζουν να αποκομίσουν.
Οι διαδηλώσεις που γίνονται κάθε χρόνο δεν είναι τίποτα άλλο από την κορυφαία εκδήλωση νεκροφιλίας, το διαχρονικό και πανίσχυρο χαρακτηριστικό της νεορωμέικης κουλτούρας. Φωνάζουν για τα κλέη του παρελθόντος, αδιαφορώντας για τα αιτήματα του παρόντος και του μέλλοντος. Μεταφέρουν μηχανιστικά συνθήματα, αιτήματα, πολιτικές προτάσεις, ελπίζοντας ότι αυτό το μεταφυσικό άλμα θα μείνει απαρατήρητο και έτσι θα προσποριστούν πολιτικές μονάδες στον «μετρητή συνέπειας στη γενιά του Πολυτεχνείου». Αυτός, άλλωστε, είναι ο λόγος που οι διαδηλώσεις για το «Πολυτεχνείο» προσελκύουν κάθε χρόνο και λιγότερους ανθρώπους, με αποτέλεσμα να μετατρέπονται σε μια παρέλαση γκρουπούσκουλων, επαγγελματιών συνδικαλιστών, κομματικών στρατών και, φυσικά, των αιώνιων μπαχαλάκηδων.
Όλοι αυτοί φωνάζουν ότι το «Πολυτεχνείο ζει» γιατί θέλουν να το καρπωθούν. Θέλουν να εκμεταλλευτούν τον αγώνα και την θυσία άλλων. Θέλουν να το καταστήσουν μονοπωλιακή πηγή καθαγιασμού των δικών τους ανομημάτων. Είναι τυμβωρύχοι και παραχαράκτες της ιστορικής μνήμης. Σκυλεύουν μνήματα και παράλληλα ονειρεύονται καινούργια, για να μπορέσουν να φτιάξουν τα πολυπόθητα «εικονοστάσια ηρώων» που τόσο πολύ ανάγκη έχουν για την διαιώνιση της ύπαρξης τους.
Το «Πολυτεχνείο» μας έχει αφήσει χρόνους εδώ και καιρό. Μας εγκατέλειψε από τη στιγμή που οι επιτήδειοι και υποκριτές το μετέτρεψαν σε μουσείο, σε λατρευτικό φετίχ με την ετήσια λιτανεία του, σε νεκρό τόπο προσκυνήματος κενού περιεχομένου και νοήματος. Το «Πολυτεχνείο» έπαψε να υπάρχει την ίδια στιγμή που άρχισαν να το θεοποιούν και να το μετατρέπουν σε σημείο αναφοράς κάθε ιδιοτελούς κομματικού ή άλλου σκοπού. Το «Πολυτεχνείο» πέθανε την ίδια ακριβώς στιγμή που το μετέτρεψαν σε κοσμική θρησκεία, με την δική της δογματική, την δική του λειτουργική τάξη, με το δικό της ιερατείο, το οποίο βλέπουμε να παρελαύνει από την εθνική τηλοψία μας. Το «Πολυτεχνείο» πέθανε την στιγμή ακριβώς που άρχισε να ανταγωνίζεται το Καρναβάλι της Πάτρας με την δική του παρέλαση αρμάτων, τον δικό του πόλεμο μεταξύ των ακραιφνών και «γνήσιων ερμηνευτών» του νοήματός του (και αυτοί είναι όλοι) με εκείνους που «διαστρεβλώνουν» το νόημα του. Το «Πολυτεχνείο» πέθανε τη στιγμή που μεταμοντέρνες κομσομόλες το μετέτρεψαν σε φυλαχτό τους και περιφέρουν την ρυτιδιασμένη ιδεολογία τους δίκην προικώου συμβολαίου.
Αν ανήκει σε κάποιους το Πολυτεχνείο, είναι όλοι αυτοί  που συμμετείχαν τις ημέρες εκείνες στον αγώνα κατά της τυραννίας και οι οποίοι αφού έκαναν το καθήκον τους επέστρεψαν στις ζωές και τις δουλειές τους. Ανήκει σ’ εκείνους που δεν θα μάθουμε ποτέ τα ονόματά τους. Σ’ εκείνους τους απλούς ανθρώπους, τους ανώνυμους ήρωες που ποτέ δημόσια δεν δήλωσαν την συμμετοχή τους, που δε θέλησαν ποτέ να εξαργυρώσουν τις μεταχρονολογημένες επιταγές της ιστορίας. Σ’ εκείνους που τις μέρες αυτές θα προτιμήσουν να βοηθήσουν κάποιον που έχει περισσότερη ανάγκη από αυτούς, από το να πάνε στη νεκροφιλική λιτανεία των ανάξιων απογόνων τους.
Δημοσιεύτηκε από τον χρήστη
Κατηγορίες: Δραστηριότητες συνδέσμου. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.

Αφήστε μια απάντηση