Μετά την έφοδο του FBI στην κατοικία του στη Φλόριντα, σειρά είχε η μετάβασή του στη γενική εισαγγελία της Νέας Υόρκης για άλλη υπόθεση – Αρνήθηκε να απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις

Στις 9 το πρωί (τοπική ώρα) έφτασε την Τετάρτη στα γραφεία της γενικής εισαγγελέως της Νέας Υόρκης η αυτοκινητοπομπή που μετέφερε τον Τραμπ. Εκεί, ο τέως πρόεδρος των ΗΠΑ – ο οποίος είχε προσπαθήσει ανεπιτυχώς να αποφύγει αυτή τη διαδικασία και να μην καταθέσει – κλήθηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις της Λετίτια Τζέιμς, η οποία ερευνά το κατά πόσο ο ίδιος και η οικογένειά του «φούσκωναν» συστηματικά την αξία των περιουσιακών τους στοιχείων και κυρίως των επιχειρήσεών τους, με σκοπό να διασφαλίζουν προνομιακή πρόσβαση σε κρατικές επιδοτήσεις και τραπεζικά δάνεια.

«Θα συναντήσω τη ρατσίστρια γενική εισαγγελέα της πολιτείας αύριο, για τη συνέχεια του μεγαλύτερου κυνηγιού μαγισσών στην ιστορία των ΗΠΑ! Η μεγάλη μου εταιρεία και εγώ προσωπικά δεχόμαστε επίθεση από όλες τις πλευρές. Δημοκρατία της Μπανανίας!», έγραψε αργά το βράδυ της Τρίτης ο ίδιος ο Τραμπ στο δίκτυο Truth Social που έχει ιδρύσει, προαναγγέλλοντας και το κλίμα που επικράτησε κατά τη χθεσινή (κεκλεισμένων των θυρών) παρουσία του στη γενική εισαγγελία.

Διαβάστε επίσης: Δικαστικοί μπελάδες Τραμπ στην πορεία για τις εκλογές του 2024

«Αρνήθηκα να απαντήσω στις ερωτήσεις, με βάση τα δικαιώματα και τα προνόμια που απολαμβάνει κάθε πολίτης με βάση το Σύνταγμα των ΗΠΑ», ανέφερε δήλωσή του που εκδόθηκε λίγο αργότερα, στην οποία υποστήριξε πως δεν του δόθηκε πρακτικά άλλη επιλογή.

Είχε προηγηθεί, όπως είναι γνωστό, η έφοδος πρακτόρων του FBI στη βίλα του στο Μαρ-α-Λάγκο της Φλόριντα, στο πλαίσιο άλλης έρευνας η οποία διεξάγεται εις βάρος του. Στόχος της, όπως έχει ανακοινωθεί επισήμως, ήταν να διαπιστωθεί κατά πόσο ο Τραμπ διέπραξε ενέργειες που όχι απλώς είναι παράνομες, αλλά θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών, όπως η μεταφορά διαβαθμισμένων – εμπιστευτικών και απόρρητων – εγγράφων από τον Λευκό Οίκο χωρίς εξουσιοδότηση.

Οι τελευταίες εξελίξεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο κλοιός σφίγγει διαρκώς γύρω από τον Τραμπ, ενόψει τόσο των ενδιάμεσων εκλογών του ερχόμενου Νοεμβρίου όσο και της απόφασής του αναφορικά με το εάν θα είναι εκ νέου υποψήφιος για την προεδρία το 2024.

Παρ’ όλα αυτά, για την ώρα τουλάχιστον, τα όσα συμβαίνουν δεν δείχνουν να έχουν σοβαρές επιπτώσεις ούτε στη δημοφιλία του ούτε στην κυριαρχία του εντός του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος – έστω κι αν ο ίδιος και οι στενοί του συνεργάτες υποψιάζονται ότι υπάρχει ένα δίκτυο από «βαθιά λαρύγγια» που αποκαλύπτουν στοιχεία στις Αρχές και τον φέρνουν σε δύσκολη θέση.

Ακόμη και οι αντίπαλοι στο πλευρό του…

Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα και με το ρεπορτάζ του Associated Press, η έφοδος του FBI είχε ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα και έκανε ακόμη και τους εσωκομματικούς του αντιπάλους να συσπειρωθούν γύρω του και να του εκφράσουν τη στήριξή τους.

Για του λόγου το αληθές, ο θεωρούμενος ως ο βασικότερος ανταγωνιστής του για το χρίσμα του 2024 και κυβερνήτης της Φλόριντα, Ρον ντε Σάντις, αποκάλεσε «καθεστώς» την κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν, κάνοντας λόγο για «μία ακόμη κλιμάκωση στην επιχείρηση να μετατραπούν σε όπλα οι ομοσπονδιακές υπηρεσίες απέναντι στους αντιπάλους του καθεστώτος».

«Η χθεσινοβραδινή εισβολή του τυραννικού FBI στο Μαρ μάς ενώνει με τρόπο που δεν έχω δει ποτέ στο παρελθόν», είπε και η ένθερμη υποστηρίκτρια του τέως προέδρου – όπως και των πάσης φύσεως θεωριών συνωμοσίας – Μάρτζορι Τέιλορ Γκριν.

Αλλα στελέχη του κόμματος, επίσης, τον κάλεσαν να επισπεύσει την εξαγγελία της υποψηφιότητάς του. «Ενα πράγμα μπορώ να σας πω. Πίστευα και πριν ότι θα είναι υποψήφιος. Τώρα το πιστεύω ακόμη περισσότερο», δήλωσε χαρακτηριστικά ο στενός του συνεργάτης και γερουσιαστής της Νότιας Καρολίνας Λίντσεϊ Γκρέιαμ.

Ακόμη και ο τέως αντιπρόεδρος Μάικ Πενς, ο οποίος πιθανότατα θα διεκδικήσει το χρίσμα για το 2024, αναγκάστηκε να παρέμβει, δηλώνοντας ότι συμμερίζεται «τις βαθιές ανησυχίες εκατομμυρίων Αμερικανών» για την έρευνα στην ιδιωτική κατοικία του Τραμπ.

Ολα τα παραπάνω σημαίνουν, πρακτικά, ότι η ύστατη επιλογή των αντιπάλων του θα είναι να καταφέρουν να του απαγορεύσουν τη διεκδίκηση πολιτικών αξιωμάτων – ή, έστω, να διασφαλίσουν ότι θα του απαγγελθούν επισήμως κατηγορίες.

«Παρά τις φαντασιώσεις ορισμένων, μπορώ να σας εγγυηθώ ότι κάποιος υπόδικος δεν πρόκειται να εκλεγεί πρόεδρος των ΗΠΑ», δήλωσε ο πρώην σύμβουλος του Τραμπ, Σαμ Νάνμπεργκ.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΑ ΝΕΑ