Επείγουσα συνάντηση με τον υπουργό Υγείας ζητούν οι εκπρόσωποι της φαρμακοβιομηχανίας για την υπέρβαση στη δαπάνη των φαρμάκων για σοβαρές παθήσεις που καθιερώθηκε πρόσφατα και δυναμιτίζει ακόμη και τις διαπραγματεύσεις των τιμών τους

Υποχρεωτικές επιστροφές από clawback και rebate που θα πλησιάσουν το 1,7 δις. ευρώ «βλέπει» η φαρμακοβιομηχανία για το 2022 εξαιτίας του διαχωρισμού που μπήκε στη φαρμακευτική δαπάνη που πληρώνει ο ΕΟΠΥΥ για φάρμακα που διατίθενται στους ασθενείς μέσω των φαρμακείων του ΕΟΠΥΥ ξεχωριστά από τα φάρμακα που παίρνουν οι ασθενείς από το φαρμακείο.

Ο διαχωρισμός αυτός, με απόφαση του περασμένου Ιουλίου, όρισε ότι το 62% της δαπάνης των περίπου 2 δις. που προβλέπεται να πληρώσει ο ΕΟΠΥΥ για φάρμακα εκτός νοσοκομειακής περίθαλψης θα αφορά τα φάρμακα που διατίθενται μέσω ιδιωτικών φαρμακείων και το υπόλοιπο 38% θα αφορά φάρμακα υψηλού κόστους (ΦΥΚ) για σοβαρές παθήσεις, τα οποία διατίθενται μέσω φαρμακείων ΕΟΠΥΥ.

Συγκεκριμένα, για την δεύτερη αυτή κατηγορία, τέθηκε πλαφόν στον προϋπολογισμό του ΕΟΠΥΥ στα 790 εκατ. ευρώ για ολόκληρη τη χρονιά, δηλαδή το μισό ποσό για το πρώτο εξάμηνο (395 εκατ. ευρώ).

Όμως ήδη μέχρι το πρώτο εξάμηνο του 2022 η δαπάνη για αυτή την κατηγορία φαρμάκων έφτασε τα 778 εκατ. ευρώ, μόλις 12 εκατ. λιγότερα από τον συνολικό προϋπολογισμό του έτους. Το ποσό αυτό, «δείχνει» μια υπέρβαση της τάξης των 383 εκατ. ευρώ, η οποία θα αποτελέσει και το clawback του πρώτου εξαμήνου για τα συγκεκριμένα φάρμακα. Αντίστοιχα πέρυσι, η δαπάνη για αυτή την κατηγορία των φαρμάκων για σοβαρές παθήσεις έφτασε τα 641 εκατ. ευρώ στο πρώτο εξάμηνο του 2021.

Με της φαρμακευτική δαπάνη να κινείται σε αυτούς τους ρυθμούς, οι φαρμακευτικές εκτιμούν ότι οι υποχρεωτικές επιστροφές clawback και rebate θα φτάσουν συνολικά από όλες τις κατηγορίες φαρμάκων το 1,7 δις. ευρώ όταν πέρυσι έφτασαν το 1,3 δις. ευρώ και το 2020 το 1,2 δις. ευρώ.

Η αύξηση αυτή φαίνεται αναπόφευκτη, παρότι στους στόχους του Ταμείου Ανάκαμψης προβλέπεται η μείωσή τους.

Το θέμα επισημαίνει με επιστολή του προς τον υπουργό Υγείας Θάνο Πλεύρη ο Σύνδεσμος Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος (ΣΦΕΕ), ζητώντας επείγουσα συνάντηση για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που δημιουργούνται από την προαναφερόμενη απόφαση που καθιερώνει τα δύο πλαφόν κατανάλωσης.

Στην επιστολή του ο ΣΦΕΕ επισημαίνει πως με τον διαχωρισμό αυτό, «η Κυβέρνηση συνεχίζει να μην αναγνωρίζει την ανάγκη για μεγαλύτερη χρηματοδότηση της δημόσιας δαπάνης για το φάρμακο» και «δημιουργεί εξωπραγματική επιβάρυνση για κάποια φάρμακα και σημαντική ελάφρυνση για κάποια άλλα, οδηγώντας σε μια αγορά δυο ταχυτήτων δηλαδή σε άλλη μια στρέβλωση».

Οι εκπρόσωποι του κλάδου σημειώνουν πως αυτό, έχει σαν αποτέλεσμα «να ζητώνται εκπτώσεις άνω του 60% από την Επιτροπή Διαπραγμάτευσης για κάποια φάρμακα, και έτσι σημειώνεται αφενός δυστοκία στην πρόοδο των διαπραγματεύσεων, αφετέρου δημιουργείται σημαντική ανισορροπία ακόμη και σε σχέση με προηγούμενες διαπραγματεύσεις για τις ίδιες ή παρόμοιες ομάδες φαρμάκων».

Σημειώνοντας πως οι προσπάθειες για άντληση στοιχείων και διευκρινίσεων από τον ΕΟΠΥΥ έχουν μέχρι στιγμής αποβεί άκαρπες, οι παράγοντες του ΣΦΕΕ παραθέτουν στοιχεία που διαθέτει ο σύνδεσμος και βάσει των οποίων η αναλογία 62/38 δεν εκφράζει την πραγματική εικόνα της αγοράς.

Μάλιστα τονίζουν πως τόσο τα ΦΥΚ, όσο και τα φάρμακα στα Νοσοκομεία του ΕΣΥ, παρουσιάζουν  διψήφιο ποσοστό αύξησης στις πωλήσεις του πρώτου εξαμήνου και σε ετήσια βάση, και επισημαίνουν πως «αυτό σημαίνει σημαντική αύξηση των φαρμακευτικών αναγκών των ασθενών». Σε διαφορετική περίπτωση, αυτό «μπορεί να σημαίνει και έλλειψη ελέγχου της συνταγογράφησης».

Την ίδια περίοδο, όπως σημειώνουν, «τα φάρμακα κοινότητας αυξάνονται κατά 4% σε ετήσια βάση».

Οι εκπρόσωποι του ΣΦΕΕ καταλήγοντας στην επιστολή τους προς τον υπουργό Υγείας, υπογραμμίζουν πως «πρέπει να γίνει κατανοητό στην Πολιτεία πως εφόσον αποδέχεται τις θεραπευτικές αποφάσεις των θεραπόντων ιατρών θα πρέπει και να τις χρηματοδοτήσει, αυξάνοντας τη δημόσια φαρμακευτική δαπάνη και όχι να προσδοκά πως θα είναι η φαρμακοβιομηχανία εκείνη που εις το διηνεκές θα χρεώνεται τις αυξημένες ανάγκες του συστήματος ή και την ελλιπή διαχείριση των διαθέσιμων πόρων.

Όσο δεν συμβαίνει αυτό, η μόνη εναλλακτική λύση είναι η άμεση άρση του μέτρου της κατάτμησης της δαπάνης και οι άμεσες παρεμβάσεις στη συνταγογράφηση».