25η ΜΑΡΤΙΟΥ 1821. ΜΙΑ ΔΙΔΑΣΚΟΥΣΑ ΜΝΗΜΗ!!ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ!!

ΟΜΙΛΙΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΝΗΜΗΣ  ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΤΕΙ ΑΠΟ ΟΛΟΥΣ!!

Του Υποστρατήγου ε.α. Κωνσταντίνου Αργυροπούλου

Ομιλία στο ΕΛΙΣΜΕ την 22α Μαρτίου 2018

Λέει ο συχωρεμένος εδώ και μερικές ημέρες Steven Hawking, ότι πραγματικός εχθρός μας δεν είναι η άγνοια, αλλά η ψευδαίσθηση των πιο πολλών από μας, ότι κατέχουμε την γνώση.

Και έπεται το ερώτημα. Ποια γνώση εμείς οι σημερινοί κατέχουμε για την Ελλάδα μας;

Η ιστορία προσφέρει χρήσιμες μαρτυρίες για να αποσαφηνιστούν οι νόμοι της ανθρώπινης ψυχοπνευματικής δομής και μας παρέχει τις εμπειρίες για να υποστηριχθεί η εξήγηση πάνω στο οποιοδήποτε καταγεγραμμένο συμβάν και τα οποία αυτά μαζί καθοδηγούν την σκέψη μας στο να αντιλαμβάνεται το σήμερα και να εκτιμά το αύριο με ένα συγκροτημένο πνευματικό εξοπλισμό.

Μ’αυτό το πλεονέκτημα, μ’ αυτό το προσόν, μπορούμε να συλλαμβάνουμε την δυναμική των γενικών κανόνων της συμπεριφοράς της ιστορίας και της ελλείψεως του ορθολογισμού της και να αναλύουμε την δομή και το πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργεί αυτός ο ακατανόητος κόσμος στον οποίο ο καθένας μας προσπαθεί να προσδιορίσει τον δικό του ρόλο είτε σαν άτομο είτε σαν φυλετική, κοινωνική, εθνική ή θρησκευτική ομάδα. Ο Σκώτος φιλόσοφος Τόμας Ριντ μας διδάσκει, ότι η ιστορία ενσωματώνει γνώσεις, που θα ήταν εξαιρετικά περιορισμένες αν αφορούσαν μόνον στο παρόν.

Τι είναι το παρόν μόνο του; Ας αναλογιστούμε ένα απαίδευτο νέο που του λείπει η εγκύκλιος μόρφωσις. Ας πούμε, ότι εργάζεται σε ένα συνεργείο αυτοκινήτων. Πρέπει να διευκρινίσουμε (μη παρεξηγηθούμε), ότι όλες οι επαγγελματικές ασχολίες είναι αξιοπρεπείς.

Αυτό το παιδί τις ώρες εργασίας είναι βυθισμένο σε αρμαθιές εργαλείων, μηχανών, συστημάτων αναρτήσεων, ηλεκτικών καλωδίων και επί πλέον είναι πασσαλοιμένο με λάδια, γράσσα και βαρβολίνες. Στις ώρες της σχόλης τρώει, κοιμάται, ψυχαγωγείται. Τα ενδιαφέροντά του στρέφονται γενικώς στον άρτον και στα θεάματα. Ειδικώς η ποιότητα του άρτου παίζει τον ρόλο της και αντανακλά την οικονομική του επάρκεια. Τα γήπεδα ποδοσφαίρου, όπου εκτονώνεται η ψυχολογική πίεση της εβδομάδος είναι ένα θεραπευτικό συστατικό. Το ίδιο και τα μπαράκια και ίσως και λίγη παραισθη­σιογόνος ουσία εάν ο νέος συγκαταλέγεται στην κατηγορία του 10%, όπως αποκα­λύπτει η έκθεση της επιστημονικής ομάδος της νήσου Ψυτάλειας. Αυτός ο νέος αποτελεί την ομάδα εκείνη των πολιτών που γνωρίζει σε βαθμό λίαν καλώς τους ποδοσφαιριστές, τους τραγουδιστές, τους survivors, το διαδίκτυο από την πλευρά της κοινωνικής δικτυώσεως και όλα τα σχετικά με τους lifestyle gossipers.

Όμως… όμως, αυτός ο νέος είναι συζητήσιμο εάν γνωρίζει κάτι για το Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τον Λεωνίδα, τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, τον Κολοκοτρώνη, τον Κανάρη, τον Καποδίστρια και γενικά για την Ελλάδα του χθες. Εκείνη την ευκλεή Ελλάδα του πολιτισμού. Εκείνη την Ελλάδα, που ύμνησαν, ο Ουγκώ, ο Γκαίτε, ο Ρενάν, ο Μπάιρον, ο Σατωμπριάν. Αγνοεί έννοιες, όπως, κοινωνικό συμβόλαιο, εθνικό κράτος, συνταγματισμός, ποιες οι υποχρεώσεις του πολίτου και ποιές του κυβερνήτου. Ποιος τελικά είναι ο κοινωνικός του ρόλος.

Θα με προλάβει κάποιος λέγοντάς μου, ότι αυτό το παιδί, όταν το καλέσει η Πατρίδα θα ανταποκριθεί με ενθουσιασμό και θα αποδειχθεί ένας καλός στρατιώτης και ίσως είναι ένας εν δυνάμει ήρωας.

Να όμως που η σημερινή πραγματικότητα της καθολικής αμφισβητήσεως μας παρεκτρέπει προς άλλες αλληλουχίες συλλογισμών. Οι διεθνείς δημοσκόποι (the spectator index) μας λένε, ότι μόνον ένα 54% των Ελλήνων είναι διατεθειμένο να αμυνθεί της πατρίδος έναντι ας πούμε των Φινλανδών οι οποίοι θα ανταποκριθούν στην μητέρα Φινλανδία σε ποσοστό 74%.

To φαινόμενο των οπαδών των ποδοσφαιρικών ομάδων μας επιβεβαιώνει, ότι έχουν μεταλλαχθεί οι κανόνες πίστεως και οι ιδεολογικές πεποιθήσεις. Ο νέος και ο κάθε απαίδευτος νέος είναι θύμα της κοινωνικής μηχανικής και παρ’ όλη την αντιρρητικότητά του πείθεται στην προτροπή για υποστήριξη ενός αταξικού κόσμου, που αύριο θα του δώσει την ευκαιρία να έχει ένα ισχυρό συμμετοχικό  δημοκρατικά αριστερό λόγο για να κατευθύνει τα πράγματα της χώρας και εν ταυτώ να επιλύσει τα οικονομικά και τα υπαρξιακά του προβλήματα. Κι αυτός ο Έλληνας και ο κάθε πεπλανημένος πολίτης ψηφίζει και αναδεικνύει τον κυβερνήτη, ο οποίος κυβερνήτης με την σειρά του θα διαταθεί την ημέρα αναλήψεως της εξουσίας, ότι θα είναι ο ηγέτης όοολων των Ελλήνων ανεξαρτήτως πολιτικών πεποιθήσεων. Παράλλη­λα ο κυβερνήτης θα κλείσει το μάτι στα δικά μας παιδιά.

Αυτό είναι το παρόν. Χωρίς το χθες. Χωρίς την μελέτη της Ιστορίας μας.

Ας κοιταχτούμε λοιπόν σε ένα κάτοπτρο που καθρεπτίζει την χροιά της εθνικής μας συνειδήσεως. Εμείς, αυτοί οι οποίοι έχουμε κατακυριευθεί από την καθη­με­ρι­νότητα. Εμείς αυτοί που νομίζουμε, ότι ελέγχουμε τον εαυτό μας. Εμείς, που δεν έχουμε αντιληφθεί ότι έχουμε κρημνισθεί σε ένα τρίσβαθο σημασιολογικό φρέαρ και πολύ ολίγοι έχουν συνειδητοποιήσει, ότι έχουμε  δημαγωγηθεί και σαν φυλετική και σαν εθνική οντότητα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μη βλέπουμε το αύριο της πατρίδας μας και κατά συνέπεια να μη διαβλέπουμε και το τι μέλλοι συμβεί στον κάθε ένα από εμάς και στην υπόλοιπη οικογένειά μας. Εμείς, που αδυνατούμε να διαισθανθούμε, πολλώ μάλλον να εκτιμήσουμε τον αντίκτυπο και τα μεγέθη των αποτελεσμάτων των εκδηλωθησομένων απειλών εναντίον μας και τα οποία αποτελέσματα με την βεβαιότητα ενός μαθηματικού αξιώματος θα μας οδηγήσουν σε ανείπωτη τραγωδία.  Αγνοούμε τις ενδεχόμενες και τις επικείμενες συμφορές. Εμείς… Εμείς, οι οποίοι δεχόμεθα καταιγισμούς αχρήστων καινοπρεπειών από θεσμικά πρόσωπα τα οποία δυστυχώς είναι της δικής μας επιλογής. Εμείς οι οποίοι βρίσκουμε λογικότροπες τις αδέξιες επιχειρηματολογίες και τους εξυπνακισμούς ατόμων ασχέτων γνώσεως και αριστείας. Εμείς, οι οποίοι βρίσκουμε σαν φυσιο­λογικούς όλους τους αντιδεον­τολο­γικούς προσανατολισμούς, καθόσον έτσι εξυπη­ρετούνται τα προσωπικά μας συμ­φέροντα, αδιαφορώντας για την συλλογική και εθνική βλαπτικότητα.

Το να γνωρίζουμε οριστικά τι σημαίνει 1821 δεν είναι η γνώση αυτών τούτων των γεγονότων εκείνων των ημερών, αλλά είναι η αυτοσυνείδηση ημών αυτών των Ελλήνων δια μέσου εκείνων των γεγονότων. Διότι ουδείς πραγματικός Έλλην παρα­δέχεται, ότι το μέλλον της Ελλάδος έχει ήδη προδιαγραφεί. Ο Ελληνικός πολιτισμός για όσους πιστεύουν στην Ελλάδα δεν έχει πεθάνει. Ούτε πρόκειται να πεθάνει. Εκτός εάν εμείς αυτοεγκαταλειφθούμε. Λόγω αγνοίας. Λόγω αδιαφορίας. Λόγω μικρονοημο­σύνης. Λόγω τυφλότητος!

Ας διερωτηθούμε. Αυτή η αχαλίνωτη ελευθερία, που εμείς οι σημερινοί Έλλη­νες, όχι απλά απολαμβάνουμε αλλά την εκμεταλλευόμεθα κατά τον κάκιστα ερμη­νευόμενο τρόπο, είναι άραγε ικανή συνθήκη σωτηρίας μας; Μπορούμε να εγγυηθούμε το αύριον των επερχομένων γενεών; Ιδού ένα ερώτημα. Ιδού η ευθύνη μας.

Ας πάμε τώρα να σπουδάσουμε για λίγο την Ιστορία. Λένε οι ιστορικοί, ότι κάθε πολιτισμός πεθαίνει και γεννά έναν άλλο. Έχει νόημα η Ιστορία; Κάτω από την επίφαση μιας κυκλικής κινήσεως της ιστορίας χωρίς σκοπιμότητα, συντελείται μία μυστηριώδης αντίφαση. Με καθαρό πνεύμα ή με τυφλή ορμή η Ιστορία θα μπορούσε να χαθεί εξ ίσου, είτε σε μία συνεχή πρόοδο είτε σε μία διαδοχή γεγονότων χωρίς νόμο. Οι αισιοδοξούντες από εμάς θα επέλεγαν την πρόοδο. Αυτή την πρόοδο προτιμούν οι νουνεχείς για να κινούνται επάνω στην τροχιά της.  Αρκεί να συνειδητοποιήσουμε την έννοια της λέξεως «πρό­κληση».

Η πρόκληση δημιουργεί κινητικότητα, ανάπτυξη, ενίσχυση και τόνωση των ανθρωπίνων δυνατοτήτων. Παρακινεί σε ενέργεια. Εξαναγκάζει σε ανάληψη αγώνος. Οδηγεί σε καθίδρυση ή σε ανάκτηση και εδραίωση πολιτισμών. Η πρόκληση ωστόσο, διεγείρει και ελκύει λαούς βαρβαρικούς στο να ενεργούν με σκοπό την διάσπαση των κατεστημένων συνόρων εκείνων των κοινωνιών, που έχουν πολιτισμόν ανώτερον… εκείνων των κοινωνιών, που νομίζουν, ότι είναι και  ασφαλείς και άτρωτες.  Όπως π.χ. προσπαθούν οι σημερινοί μας θεσμικοί να μας πείσουν, ότι τα βερμπαλιστικά «μολών λαβέ» αποδίδουν την θέση μας και την πρόθεσή μας.

Τρίζουν τα κόκκαλα του Λεωνίδα!

Η ιστορία λοιπόν αποδεικνύει και διδάσκει, ότι η καθυστερημένη κοινωνία θα είναι ο νικητής εφ’ όσον η «πολιτισμένη» και αυτοθεωρούμενη «ανώτερη» κοινωνία υποεκτιμά την απειλή. Όπως εμείς σήμερα. (π.χ. Κύπρος 74, έλα μωρέ τα τουρκάκια;)

Πώς αλλιώς θα δικαιολογήσουμε το ψηφοθηρικής σκοπιμότητος εννεάμηνο της στρατιωτικής θητείας; Πώς αλλιώς θα εξηγήσουμε την αδιαφορία της πολιτείας στο να μην λειτουργεί υπό τις κατάλληλες προϋποθέσεις για την ανοδική στροφή του δημογραφικού;

Η πρόκληση οδήγησε τους πολιτισμικά κατώτερους αλλά βιοενεργητικά σφριγηλότερους νομάδες Τούρκους να αλώσουν την Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Στην σημερινή μας πατρίδα κάτι μας διαφεύγει. Αυτοθεωρούμεθα ισχυροί. Οποία αυταπάτη! Δεν έχουμε καταλάβει, ότι πολιτικές σκοπιμότητες εκμηδενίζουν κάθε έννοια που αφορά στην πολεμική αρετή των Ελλήνων.

Διατελούμε απρονοησίας υποτελείς στους Δυτικούς. Και σ’ αυτή την περίπτωση ας μη ψάχνουμε την ευθύνη για το σημερινό φαινόμενο στους δυτικούς. Δηλαδή τους συμ­μάχους του ΝΑΤΟ, τους Εταίρους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, τους φιλεύσπλαχνους των Ευρωπαϊκών τραπεζών και τους φιλάνθρωπους του ΔΝΤ. Δική μας είναι η ευθύνη.

Η Ιστορία δεν είναι υπάκουη ούτε πειθαρχημένη. Ούτε και αμίαντος, όπως την ονειρεύονται οι ιδεολόγοι. Η πραγματικότητα είναι σκληρή. Είναι άτεγκτη εναντίον των ανισχύρων. Εναντίον των όποιων ασθενουσών πολιτειακών οντοτήτων. Και όσοι αυτοαναγορεύονται εκπρόσωποι της πατριωτικής ισχύος και ομιλούν στο όνομα του λαού όταν η ατμόσφαιρα γίνει θολή αυτοί οι επιτήδεεοι έχουν μεριμνήσει να απομακρυνθούν εγκαίρως από την επικίνδυνη ζώνη.

Αλήθεια, ποιος δεν μέμφεται την Δύση για την τάση της να μεταλλάσσει την ηθική της συνείδηση σε όργανο κυριαρχίας;

Σήμερα ακούγεται από κάποιους «πολιτισμένους» του ευρωπαϊκού βορρά, ότι η Ελλάδα δεν είναι χώρα ευρωπαϊκή. Έτσι είναι; Αν είναι έτσι, τότε αυτό σημαίνει, ότι εμείς δεν έχουμε δείξει ή αποδείξει σε αυτούς τους εταίρους μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ότι πρέπει να μας αντιμετωπίζουν σαν ίσους και όχι σαν ιθαγενείς; Εκτός εάν αυτοί που μας εκπροσωπούν αναφέρουν στους δυτικούς, ότι κυβερνούν μία χώρα διεφθαρμένων. Εμείς βεβαίως, όταν ήμασταν στον στρατό λέγαμε, ότι όταν μία στρατιωτική μονάδα διεπιστώνετο ότι είναι περιορισμένης μαχητικής ικανότητος σήμαινε ακατάλληλος διοικητής. Ωστόσο ο διοικητής δεν ήταν εκλεγμένος από τον λαό.

Η πολιτική οντότητα που λέγεται Ελλάς, όταν ασθενεί σημαίνει συλλογική ευθύνη.

Ας ξανακοιταχτούμε στον καθρέπτη που αναφέραμε στην αρχή.

Και όταν η οντότητα, που λέγεται Ελλάς ασθενεί, τότε αυτή η γη αλλάζει αφεντικό. Γίνεται προίκα αλλοτρίων ηγεμόνων.

Όταν δεν υπάρχει ανταπόκριση στις επικλήσεις για θωράκιση της χώρας, θωράκιση ηθική, στρατιωτική, διπλωματική καθώς και πρόνοια για αυτοβοήθεια, όταν …αντ’αυτών επιδεικνύεται αδιαφορία και άγνοια στην εκτίμηση κινδύνων και απειλών, όταν μειώνουμε αδικαιολογήτως την στρατιωτική  θητεία, όταν εγκαταλείπουμε την ιδέα των εξοπλιστικών αναγκών, όταν ανεχόμεθα μία διαρκή αριστερότροπη και ψευτοδιανοουμενίστικη προσβολή του θεσμού των ενόπλων δυνάμεων, όταν αδρανούμε στο φαινόμενο της ανεξέλεγκτης εισροής λαθρομεταναστών κατά ποσοστά που προμηνύουν την κοινωνική και εθνική μας αλλοίωση, όταν παραγνωρίζουμε τις αξιώσεις και τις διεκδικήσεις όλων των ομόρων κρατών και αγνοούμε τις επιπτώσεις της νέας μορφής πολέμου

….τότε υπάρχει πρόβλημα σε όλο το σύστημα διοικήσεως και αδυναμία στο να ιδωθεί καθαρά η γύμνια του κράτους σε όλους τους τομείς που εγγίζουν την τρώση της ιδέας ασφαλείας και της πρακτικής της ασφαλείας.   Ποιος τελικά είναι σε θέση να συντελέσει στην ανοικοδόμηση των τειχών της Ελλάδος, εν όψει του μεγάλου κινδύνου; Όμως οι απληροφόρητοι και απαίδευτοι πολίτες, ιδιαιτέρως οι ευκατάστατοι, ασχολούμενοι με την αύξηση των ατομικών τους εσόδων, αδιαφορούν, με αποτέλεσμα η χώρα να ομοιάζει, με πλοίον, έτοιμο να βυθισθεί.

Η χώρα δεν αλώνεται από στρατιωτικές μηχανές Τούρκων. Ούτε από σαρκοβόρα όντα τύπου ύαινας που αποτελειώνουν εθνικά πτώματα, όπως οι Αλβανοί, οι Σκοπιανοί και οι Βούλγαροι. Στην  χώρα  υπάρχει μία Κερκόπορτα και οι απεργα­ζόμενοι την λεηλασία της την συντηρούν με κάθε επιμέλεια. Δομικά της υλικά είναι οι εθνομηδενιστές, οι αυτοχριζόμενοι αριστεροί διανοούμενοι, οι αυτοβαπτισμένοι προοδευτικοί, οι κομπορρήμονες των τηλεοπτικών panels, οι κατ’επάγγελμα πολιτικοί (αυτοί δεν έχουν σχέση με την γνωστή Αθηναϊκή δημοκρατία) και μία πλειάδα άλλων followers που περιμένουν να τους πετάξουν ένα κοκκαλάκι από το ήδη συλημένο θησαυροφυλάκιο του δημοσίου.

Η άλωση της χώρας αιτιάται την κοινωνική αναρχία, την αποσάθρωση, την διαφθορά και την ανισότητα. Αιτάται τον εξαθλιωμένο δημόσιο βίο. Αιτιάται τους φαύλους και τα άτομα υπόπτου συστάσεως που ανέρχονται σε δημόσια αξιώματα. Στο νου μας έρχονται μπαχαλάκηδες, αντιεξουσιαστές που κατέλαβαν την εξουσία και τα γραφεία στρατηγικού σχεδιασμού ή όπως βαπτίζονται τα όσα γραφεία, εφευρίσκονται για την εξυπηρέτηση της παρέας της φάρμας του George Orwell. Και όπως ιστορικά καταγράφεται: όταν αντεξουσιαστές γίνονται εξουσιαστές γίνονται χειρότεροι από εκείνους τους οποίους πριν εμάχοντο.

Αξιωματούχοι διεφθαρμένοι, άρχοντες ηττοπαθείς.

Σήμερα για την ηττοπάθεια υπάρχουν μεταλλαγμένες εκφράσεις, όπως ηρεμία, αυτοσυγκράτηση, ψυχραιμία, κατευνασμός κττ. Και τούτο, διότι διατελούμε εν ασθενεία… δηλαδή, εν αδυναμία να έχουμε εμείς τον λόγο του ισχυρού, όπως σαφέστατα μας τον προσδιορίζει ο Θουκυδίδης.

Σε τι διαφέρει το σήμερα από το σκότος της τουρκοκρατίας!

Προδιαγεγραμμένη η κατάλυση της Ελληνικής χώρας. Η ρωμιο­σύνη, αποκεφαλισμένη και αποπροσανατολισμένη διανύει μία μακρά περίοδο δοκιμασίας και μαρτυρίου. Απογυμνώνονται πόλεις και χωριά από τον ενεργό πλη­θυσμό. Από επιστήμονες, από εργατικά χέρια, από ομόδοξους χριστιανούς. Από χριστιανούς! Σειρά πλέον έχουν οι αλλόδοξοι με την κατά κύματα εισβάλουσα στην χώρα πλημμυρίδα.  Σειρά να πάρουν το πάνω χέρι όλοι οι μη Έλληνες. Όπως τότε στην τουρκοκρατία. Τότε όπου τούτοι οι Έλληνες χριστιανοί θεωρούνταν αρπακτικά και μοχθηρά όντα, τα οποία οι Οθωμανοί έπρεπε να χαλιναγωγήσουν. Η ισλαμική θρησκεία προσέδιδε ιερό χαρακτήρα στις σφαγές, στις λεηλασίες, στις δηώσεις και στις κάθε είδους επιδρομές εναντίον αλλοθρήσκων πληθυσμών και των περιουσιακών τους στοιχείων. Αυτές τις επιδρομές τις ανεγνώριζαν σαν ιερό πόλεμο (τζιχάντ).

Το γεγονός, ότι δεν εξισλαμίσθησαν με την βία όλοι οι χριστιανοί έχει την εξήγησή του. Έπρεπε να υπάρχουν δούλοι, ραγιάδες, για να εργάζονται αντί των μωαμεθανών και να πληρώνουν φόρους για την συντήρηση του στρατού και των δημοσίων υπηρεσιών της απέραντης πλέον οθωμανικής αυτοκρατορίας. Σύμφωνα με τα τακτοποιηθέντα οι μωαμεθανοί ήσαν απηλλαγμένοι φόρων. Ιδού γιατί διεσώθη ένα μεγάλο μέρος του χριστιανικού πληθυσμού και δεν ισχύουν οι παραμυθίες, που αφει­δώς διασπείρονται από ενίους «καθηγητές», ότι η διάσωση του χριστιανισμού είναι προϊόν της χρηστής οθωμανικής διοικήσεως. Αντίθετα, θα λέγαμε, οι Οσμανλήδες ήταν μία βάρβαρη φυλή η οποία στηρίχθηκε στην υποταγή των κατεκτημένων λαών δια μέσου της υποτιμήσεώς των, του τρόμου, των βασανιστηρίων, της δουλοπρέ­πειας, της συμπιεστικής δράσεως των χαφιέδων, των ολιγοψύχων και των λοιπών καιροσκόπων και εκμεταλλευτών της καταστάσεως.

Και μιας και ομιλούμε για θρησκείες καλόν είναι να θίξουμε και τούτο. Οι παπάδες στην τουρκοκρατία είναι βασικοί συντελεστές της μη διακοπής των σχέσεων των Ελλήνων με την ελληνική παιδεία. Είναι οι παράγοντες, που ενίσχυσαν τον αγώνα για την παλιγγενεσία. Είναι οι πρωταγωνιστούντες στην δημιουργία και την συνέχεια της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους. Είναι οι δάσκαλοι των απλών ανθρώπων στο να κατανοηθούν αξίες και αρετές, να προσεγγισθεί η ηθική, η λογική, το συναίσθημα, η ανθρώπινη υποκειμενικότητα.

Ατυχώς σήμερα ένα μέρος του κλήρου έχει απομυθοποιήσει τον παράγοντα που αναδεικνύεται μέσω της εννοίας της εθνικής συνδρομής. Τουλάχιστον θα μπορούσε ο κλήρος να απελευθερωθεί από τον αυστηρό ερμηνευτικό τρόπο των βιβλικών κανόνων, ώστε να βοηθηθεί ο πάσχων ελληνισμός πλησιάζοντας το βαθύ νόημα των ιερών κειμένων με τον συνδυαστικό γνώμονα: ισχύς πίστεως και εθνικό συμφέρον και όχι μόνον το εκκλησιαστικό. Τουλάχιστον αυτό θέλει ο λαός. Αυτό καταλαβαίνουμε.

Η επεκτατική πολιτική του Οθωμα­νικού κράτους εφαρμόστηκε με τις μαζικές μετακινήσεις τουρκικών πληθυσμών στα κατακτηθέντα εδάφη. Μας λέει κάτι αυτό; Στην Κύπρο μετά το 1974, ο μωαμε­θα­νι­κός πληθυσμός έχει τετραπλασιασθεί. Έχει εποικισθεί το κατακτηθέν βόρειο τμήμα της νήσου από Τούρκους της Ανατολίας. Στην Δυτική Θράκη, αφού η τουρκική πο­λιτική καταπείθει τους μουσουλμάνους της περιοχής, ότι είναι τουρ­κό­ψυχοι, τους επιδοτεί, τους τονώνει ηθικά με την εικόνα μιας μεγάλης μητέρας πατρί­δας, που με­ριμνά για τα παιδιά της και τους ετοιμάζει για κάτι το μεγάλο, το σπουδαίο και το θεϊκό. Στην πρόσφατη επίσκεψή του στην Κομοτηνή ο θεωρούμενος φορέας του νέο-Οθωμανισμού προσεφώνησε τους εκεί Έλληνες μουσουλμάνους με την λέξη «αδέλφια» και άφησε να εννοηθεί, ότι κάποια μέριμνα υπάρχει και γι αυτούς στα σχέδιά του.

Κι εμείς εμπρός σ’ αυτό το φαινόμενο παραμένουμε άφωνοι.

Κάποιοι ανήσυχοι ερωτούν. Πού είναι ο Δημόκριτος ο Θράξ; Πού είναι οι Θράκες; Πού είναι η Θράκη; Πού είναι ο Αλέξανδρος; Πού είναι οι Μακεδόνες; Πού είναι η Μακεδονία; Τελικά…τίνος είναι η Μακεδονία;

Και ακούστηκε να λέει ένας μοντέρνας αντιλήψεως Έλληνας «Και τι με νοιάζει εμένα αν πάρουν οι Τούρκοι την Θράκη, οι Σκοπιανοί την Μακεδονία, οι Αλβανοί την Ήπειρο; Εγώ είμαι από την Πάτρα. Δεν με εγγίζει το θέμα». Και ένας άλλος ακούστηκε κι αυτός. Μη με περιμένετε στην επιστράτευση. Εγώ πολεμάω μόνο για τον ΠΑΟΚ.

Αυτοί οι ασήμαντοι κατά το πνεύμα εληνόφωνες δεν έχουν βάλει το μυαλό τους να λειτουργήσει. Δεν κατάλαβαν, ότι αν έλθουν οι ξένοι στα εδάφη τα ελληνικά δεν θα έλθουν με λευκούς κρίνους και μαντολίνα. Θα έλθουν με όπλα. Όπλα ανίερα και φονικά. Και θα σκουπίσουν τους Έλληνες από τις εστίες τους. Και οι Έλληνες αυτοί θα γίνουν πρόσφυγες και θα προσφύγουν σε όλη την Νότια Ελλάδα και στην Πάτρα φυσικά. Και αυτοί θα είναι πάνω από τρία εκατομμύρια ψυχές.

Οι παλαιότεροι θυμούνται το ενάμισυ εκατομμύριο πρόσφυγες από την Μικρά Ασία το 1922. Ήταν εκεί νοικοκυραίοι με ένα βιος που θα ζήλευαν και οι πλέον ευκατάστατοι του κυρίως ελληνικού κορμού. Με υπερέχουσα κουλτούρα. Ήλθαν ρακένδυτοι. Με την απόγνωση χαραγμένη σε πρόσωπα βασανισμένα. Και η Ελλάδα δεν μπορούσε να ορθοποδήσει για μισό αιώνα. Καταλαβαίνει άραγε ο κάθε επιπόλαιος και άσκεπτος ελληνόφων το τι θα συμβεί με τα τρία εκατομμύρια πεινασμένων και καταφρονεμένων προσφύγων; Αλήθεια σκεπτόμαστε οι νότιοι τους βορείους; Μήπως αρχίσαμε να ομοιάζουμε με τους βυζαντινούς προ μιας μελλοντικής αποφράδας;

Και μη μου πει κάποιος, «έλα κύριε Αργυρόπουλε, πολύ δραματικά μας τα παρουσιάζετε. Δεν είναι έτσι τα πράγματα. Εδώ υπάρχουν υπεύθυνοι. Υπάρχει εκπαιδευμένος στρατός. Υπάρχει η ελληνική ψυχή. Αν τολμήσουν να έλθουν θα τους δώσουμε το μάθημά τους». Και γω ο φτωχός ΄Έλληνας με τη σειρά μου όπως και ο κάθε φτωχός Έλληνας με τη δική του σειρά μένουμε ανήσυχοι και κοιτάζουμε γύρω μας με απορία.

Με μελαγχολεί η σκέψη, ότι στην επιστράτευση του 1987, ο αριθμός των ανυποτάκτων εφέδρων ήταν τόσο μεγάλος, που εάν εφηρμόζετο ο νόμος περί ανυποταξίας έπρεπε να κτιστούν ακόμη περισσότερες φυλακές για να φιλοξενήσουν τους κατά τα άλλα κομπαστές Έλληνες.

Και αναφέρομαι σε αυτούς, οι οποίοι κατά την περίοδο της ειρήνης είναι παλληκάρια και εντυπωσιαστές, όπως εκείνα τα παλληκαράκια που καταστρέφουν δημόσιες και ιδιωτικές περιουσίες εν ονόματι της επαναστατικότητος της νεανικής τους αξόδευτης ενέργειας. Αναφέρομαι και στους άλλους τους διατεινομένους, ότι η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει και, ότι οι Ελληνικές ένοπλες δυνάμεις θα κατατροπώσουν τα δύστυχα μεχμετζίκ. Μελαγχολώ με την σκέψη, ότι συνάντησα στην Ευρώπη Έλληνες 30 έως 35 ετών, οι οποίοι έχουν μεταναστεύσει εκεί εξ αιτίας της εδώ αδυναμίας απορροφήσεώς των σε σε ένα οικονομικό κόσμο με προσδοκίες αναπτύξεως και οι οποίοι μου το ξεκαθάρισαν, ότι για κείνους η Ελλάδα είναι μεν χώρα προελεύσεως, αλλά η αλλοδαπή είναι η χώρα που τους κατενόησε και τους αγκάλιασε.

Ούτε σκέψη για την συνδρομή τους στην αντιμετώπιση της οποιασδήποτε κατά της Ελλάδος απειλής. Μελαγχολώ με την συνειδητοποίηση του, ότι η μοντέρνα Ελληνίδα μητέρα σε αντίθεση με την Ελληνίδα της Πίνδου του ’40, σκέπτεται ότι το παιδί της καλόν είναι να μην ασχολείται με μιλιταριστικά φληναφήματα και να κοιτάξει να βολευτεί μακράν παντός κινδύνου. Άλλωστε λέει για ποιόν και γιατί το παιδί πρέπει να πολεμήσει; Μελαγχολώ με αυτά που ακούω, ότι σημαντικός αριθμός στελεχών των ενόπλων δυνάμεων έχουν προσα­νατολίσει την ατομική τους πορεία προτεραιο­ποιών­τας την απόκτηση ακαδημαϊκών περγαμηνών, την λήψη ελκυστικών μεταθέσεων και την θρησκευτική προσήλωση σε ωράριο δημοσίου υπαλλήλου. Ένα από τα ατομικά τους ζητούμενα είναι η επίτευξη της ιδιότητος ενός καλού επαγγελματία μάνατζερ. Και το ερώτημα πλανάται. Υπάρχουν ηγήτορες;

Ο μηχανισμός της οθωμανικής διοικήσεως αποδεικνύεται πολύ πιο μελε­τημένος από μηχανισμούς άλλων κατακτητών. Αυτό, που οι σημερινοί μας «επι­στήμονες» ερμηνεύουν σαν «συνετή οθωμανική διοίκηση» δεν είναι άλλο από την εκπαίδευση δούλων ως ανθρωπίνων βοηθών για να συντρέξουν στην τήρηση της τάξεως στην ανθρώπινη αγέλη εντός της επικράτειας. Δημιούργησαν στρατιώτες και διοικητικούς υπαλλήλους για να ελέγχουν τις μάζες των ομοίων.

Μπορούμε να απορρίψουμε την θεωρία, ότι καταρρεύσεις συμβαίνουν, όταν ένας πολιτισμός πλησιάζει προς το τέρμα της χρονικής του εκτάσεως, διότι πολιτι­σμοί είναι οντότητες ενός είδους, που δεν υπόκεινται στους νόμους της βιολογίας. Υπάρχει όμως και η αντίθετη θέση η οποία υποστηρίζει, ότι η βιολογική ποιότητα των ατό­μων, των οποίων οι αμοιβαίες σχέσεις αποτελούν ένα πολιτισμό, παρακμάζει μετά από ένα ακαθόριστο αριθμό γενεών. Δηλαδή, ότι η εμπειρία του πολιτισμού είναι σε τελική ανάλυση ουσιωδώς και αναποτρέπτως δυσγονική.

Στην περίπτωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν υπάρχει πολιτισμός, που συντίθεται από άτομα, που θα μπορούσαν να συναποτελέσουν πολιτισμό. Το σύστη­μα όμως της διοικήσεως, όπως αυτό ιστορικά έχει καταγραφεί ήταν επιτυχές προς όφελος του κατακτητού. Ίσως γι αυτό αποτελεί και ελκυστική σκέψη των νέο-Οθωμανιστών περί αναβιώσεως του συστήματος αυτού και που έδωσε τον σπινθήρα των ιδεών στον πρόεδρο Ερντογαν για μία νέα ισχυρή περιφερειακή δύναμη με μία ακόμη μεγαλύτερη φιλοδοξία για κάτι πιο μεγάλο κι από αυτό. Και ένεκα τούτου ο Ερντογάν υιοθετεί και προβάλλει την ιδέα μιας κλεμένης κληρονομιάς, όταν αναφέρεται στα σύνορα της καρδιάς των Τούρκων, πράγμα που κατά μείζονα και δικαιολογημένο λόγο συντηρεί μία βαθύτατη δυσαρέσκεια των Ελλήνων κατά των Τούρκων για την απώλεια των απεράντων εδαφών τους στην Μικρά Ασία, τον Πόντο και τον εκτεταμένο Ελληνισμό στην Κύπρο και πλέον του γεγονότος, ότι υπέστησαν τα πάνδεινα από αυτούς.

Σ’ αυτή την παρακμιακή πορεία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι Φανα­ριώτες πίστευαν, ότι είναι σε θέση, με κάποιους προσεκτικούς χειρισμούς, να μετα­φέρουν στην δική τους μερίδα την κλείδα της διοικήσεως και να μεταλλάξουν έτσι την υφή της αυτοκρατορίας σε ελληνική. Ο απλός ελληνικός σκλαβωμένος κόσμος δεν πίστευε σε κάποια τέτοια προοπτική. Ίσως έβλεπε πιο πολύ με το ένστικτο. Έβλεπε, ότι τόσα χρόνια συμβιώσεως του ελληνοχριστιανικού κόσμου με τους οσ­μαν­λήδες και δεν σημειώθηκε η ελαχίστη πολιτιστική επίδραση επί του κατακτητού, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε με προηγούμενους κατακτητές.

Ο ραγιάς είχε την δική του δυναμική. Έκανε εξεγέρσεις. Πολλές εξεγέρσεις. Το ανοργάνωτο, το ανεξόπλιστο και το ασυντόνιστο ήταν στοιχεία και παράγοντες αποτυχίας των εγχειρημάτων εκείνων.

Ο Άνθιμος Γαζής, ο Πλήθων Γεμιστός, ο Γεώργιος Γεννάδιος, ο Νεόφυτος Δούκας και δεκάδες αξιολόγων Δασκάλων του Γένους, με την επιμονή τους κατόρθωσαν να δώσουν μία κατεύθυνση σκέψεως στον δοκιμαζόμενο ραγιά. Και ο Ρήγας ο Βελεστινλής προτρέπει:

Έρχεται και η Φιλική Εταιρεία και δημιουργεί τα θεμέλια της προς επανά­στασιν οργανώσεως.

Και διαφωτίζεται το στοιχείο της διαφορετικότητας. Εμείς οι Έλληνες και αυτοί οι Τούρκοι.

Και ας μη με ρωτήσουν κάποιοι σύγχρονοι «ευρέων αντιλήψεων», προς τι η συντήρηση σήμερα ενός τέτοιου μίσους;

Απάντηση. Όταν η παγκόσμια κοινότητα διαρθρωθεί σε κοινωνία αγγέλων θα σταματήσει και το μίσος του σκλαβωμένου Έλληνα. Ή αλλιώς πως, όταν ο Τούρκος παύσει να διεκδικεί το κάθε τι το Ελληνικό.

Και ο διεθνιστής θα επιμείνει και θα πει, ότι ο σημερινός Τούρκος δεν είναι εκείνος, που η ιστορία καταγράφει με μελανά χρώματα.

Ατυχής ο συλλογισμός σας κύριε αλληλέγγυε. Ο σημερινός Τούρκος είναι ολόϊδιος με εκείνον, που γνωρίζουμε από την ιστορία.

Οι παλαιοί θυμάστε, πως παρήλαυναν οι αφιονισμένοι πολίτες με τις στολές των οθωμανικών ασκεριών, τις παραμονές της εισβολής των στην Κύπρο το ’74. Θυμάστε τους «απλούς» Τούρκους να εξολοθρεύουν στην Πόλη και την Σμύρνη κάθε τι το ελληνικό το ’55, το ’57, το ’67. Δείτε πως γιορτάζουν κάθε χρόνο την άλωση.

Μπορείτε να δείτε πως εκπαιδεύουν τα παιδιά τους στα σχολεία. Και τι λένε για τους Έλληνες.

Έχετε συναντήσει κανένα Τούρκο, που να μην είναι υπερήφανος που είναι Τούρκος; Που να μην είναι εθνικιστής; Έχετε συναντήσει κανένα Γερμανό, που να μην είναι εθνικιστής; Έναν Ολλανδό; Έναν Άραβα; Ο Αμερικανός μιλάει με υπερηφάνεια για το “our American nation”. Εθνικιστής, κατά το λεξικό Μπαμπινιώτη σημαίνει το πρόσωπο, που πιστεύει στα εθνικά ιδεώδη. Συχνά -λέει πιο κάτω ο Μπαμπινιώτης- όσοι τρέφουν πατριωτικά αισθήματα χαρακτηρίζονται από τους διεθνιστές ως εθνικιστές.

Και εγώ ερωτώ. Γιατί η λέξη εθνικιστής, μόνον εδώ στην Ελλάδα είναι λέξη που ερμηνεύεται σαν βλασφημία; Γιατί αποπροσανατολιζόμεθα από την αδιαφάνεια των όσων παραγόντων απεργάζονται την εξουδε­τέ­ρωση του ελληνισμού;

Και τότε τι θα κάνουμε, όταν ανθούν οι εθνολογικοί ρατσισμοί;

Όταν θα συμφωνήσουν όλες οι φυλές του πλανήτη, ότι είναι αδέλφια τότε ως φυσικόν και θα παύσει το φαινόμενο.  Ως τότε ας έχουμε τον νου μας στις διαθέσεις, τις προθέσεις και τις διεκδικήσεις των γειτόνων μας. Ας έχουμε ένα ισχυρό στρατό, που να είναι έτσι σχε­διασμένος και δομημένος, όχι μόνον για ρόλο αποτρεπτικό αλλά να έχει την ευκαμψία και την δυνατότητα αναλήψεως επιχειρήσεων απαντητικού χαρακτήρα, ώστε να προσδώσει την ευχέρεια στην πολιτική ηγεσία της χώρας να διαπραγμα­τεύεται μετά από οποιαδήποτε εξέλιξη έχει προς όφελός μας διαμορφωθεί στον εγγύς γεωστρα­τηγικό χώρο.

Σε αντίθετη περίπτωση, οι πολιτικοί προϊστάμενοι, οι διπλωμάτες και οι ει­δικοί σύμβουλοι αυτών, θα διακατέχονται από φοβικά σύνδρομα και δεν θα επιμέ­νουν να κηρύξουν ή να διεκδικήσουν ούτε και τα εκ του διεθνούς δικαίου προβλε­πόμενα δικαιώματά μας, όπως παραδείγματος χάριν η εκμετάλλευση της υφαλοκρηπίδος και τα 12 μίλλια χωρικά ύδατα, όπως ισχύει διεθνώς.

Ούτε θα μας ένοιαζε το μειδίαμα ή η επίπληξη των Ευρωπαίων και του Νατοϊκού κόσμου, στον οποίο αυτόν κόσμο εμείς πιστεύουμε χωρίς ανταπόκριση. Και τούτο πρέπει να το χωνέψουμε. Η αυτοβοήθεια πρέπει να γίνει ο οδηγός των στρατηγικών μας εκτιμήσεων και σχεδίων.

Όπως και τώρα, έτσι και τότε, οι ελπίδες μας διαψεύδονταν, ότι κάποια μεγάλη δύναμη θα βοηθήσει στην απελευθέρωση. Τα πιο δυναμικά ηγετικά πρόσωπα εκείνης της εποχής, όπως ο Κολοκοτρώνης, δεν πίστευαν στην έξωθεν υποστήριξη. Έλεγε, ο Γέρος του Μωρηά. «Ό,τι είναι να κάνουν οι Έλληνες, θα το κάνουν μοναχοί τους και δεν έχουν ελπίδα καμμιά από τους ξένους».

Τελικά, αυτός ο αγώνας που έκαναν οι χριστιανοί, αυτός ο αγώνας, που έκα­ναν οι Έλληνες στον ίδιο χώρο των ημιθέων αρχαίων Ελλήνων για την ελευθερία, με τις νίκες και τα μαρτύρια και το αίμα συνεκλόνισαν την κοινή γνώμη της Ευρώπης. Υπογραμμίζω. Την κοινή γνώμη και όχι τις κυβερνήσεις, οι οποίες κυβερνήσεις, σε κάθε περίπτωση και διαχρονικά εκτιμούν καταστάσεις χωρίς συναίσθημα αλλά με την συμφεροντολογική σπέκουλα του εθνικού των θησαυρισμού.

Το φιλελληνικό κίνημα είναι απλά πρωτοβουλία ρωμαντικής αντιλήψεως ατόμων και φυσικά ενίων πιστών του διδύμου δράσις – μισθοφορισμός.

Οι Έλληνες κατά την ψυχή και όχι κατά το όνομα γνωρίζουν, ότι καμμία δύναμη λογικής δεν είναι δυνατόν να τους επαναφέρει στην πραγματικότητα των αναγκών και των απαιτήσεων της ζωής, όπως έχει σήμερα διαμορφωθεί. Ζουν, αναπολούν και ασμένως θα εθυσιάζοντο κάτω από ένα υπερκόσμιο φως που θα έριχνε επάνω τους το όνειρο του ελληνισμού στην παγκόσμια εξελικτική πορεία και όχι στην μεμψιμοιρία του επαίτου, του ταπεινωμένου στα αλαζονευόμενα μάτια του φραγκικού κόσμου. Του κατ’ επίφασιν πολιτισμένου. Του ουσιαστικού εκμεταλλευτή τοκο­γλύφου, που όμως γνωρίζει, ότι και από την εδώ πλευρά δεν έχει να κάνει με αγγε­λούδια την στιγμή που γνωρίζει πολύ καλά το ποιόν των ομολόγων του.

Και τι μέλλοι γενέσθαι; Υπάρχουν θετικές προοπτικές; Υπάρχουν Έλληνες;

Κι όμως, υπάρχουν ακόμη Έλληνες. Κλαίνε σιωπηλά. Περιμένουν αυτό το υπερκόσμιο φως, που θα έλθει σαν μια αποστολική επιφοίτηση πνεύματος εθνικού. Ίσως παρακινηθούν από έναν άλλο Ρήγα.

Μα τί θέλει η πατρίδα από τον καθένα από μας;

Να ερμηνεύουμε τη λέξη «καθήκον» σαν μία δική μας – καταδική μας υποχρέωση προς την πατρίδα και όχι να απαιτούμε την υποχρέωση αυτή από τους άλλους.

Θέλει τον καθένα μας να αισθάνεται, ότι είναι ο μοναδικός υπεύθυνος για την ύπαρξή της. Για την συνέχιση της ελληνικής της πνοής.

Θέλει να μην ανεχόμαστε την διαφθορά. Να μην είμαστε συνεργοί στην διαφθορά. Να στηλιτεύουμε το κάθε τι, που είναι εθνικά επιζήμιον. Να γίνουμε ανεμοστρόβιλοι και να αποξηλώσουμε κάθε στέγη, που στεγάζει την ανομία. Να γίνουμε πελέκεις επάνω από κάθε κοιμισμένη συνείδηση των βολεμένων Ελλήνων. Οι φωνές μας να διαχυθούν στην παγκόσμια ατμόσφαιρα και να ταρακουνήσουν τις ακουστικές χορδές της οικουμένης, δίνοντας το μήνυμα, ότι η φωνή των Ελλήνων είναι ουράνια μουσική, που ανυψώνει την παγκόσμια ψυχή.

Και πραγματιστικά σκεπτόμενοι, ουδέποτε ξεχνούμε, ότι πειστικός είναι ο διαπραγματευτής εκείνος, που στο ένα χέρι κρατά κλάδον ελαίας και στο άλλο το όπλο.

Ευλαβείς προσκυνητές σήμερα, κλίνουμε το γόνυ εμπρός στους τάφους των αθανάτων ηρώων του Έθνους μας.

Εκείνοι μας παρακολουθούν και μας παρακαλούν να υποσχεθούμε, ότι ακόμη πάλλεται η ελληνική μας ψυχή και ότι είμαστε έτοιμοι να αμυνθούμε για τα σπίτια μας, για τα παιδιά μας και για την υπέρτατη έννοια που λέγεται Ελλάς.

Υποσχόμεθα στον εαυτό μας και την πατρίδα μας….

εκτός εάν και τούτο είναι σχήμα ενός από τους πολλούς μοντέρνα εκφραζόμενους λόγους;

www.analystsforchange.org

Κατηγορίες: 'Αρθρα, Θέματα που μας αφορούν. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.

Αφήστε μια απάντηση